Η Άγκυρα, είναι μια αρχαία Ελληνική πόλη, η οποία βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της Μικράς Ασίας ανάμεσα στον Άλυ και τον Σαγγάριο ποταμό. Είναι σπουδαίος σιδηροδρομικός κόμβος προς όλες τις κατευθύνσεις του ορίζοντα: Λυκαονία, Φρυγία, Βιθυνία, Παφλαγονία, Καππαδοκία, Αρμενία, Περσία, Συρία. Εντάσσεται στην επαρχία της αρχαίας Γαλατίας. Απ’ την Κωνσταντινούπολη απέχει 578 χλμ. κι απ’ τη Μαύρη θάλασσα 185 χλμ. Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα, βέβαια, την κάνουν να είναι και σπουδαίο κέντρο εμπορικό. Είναι χτισμένη αμφιθεατρικά πάνω σ’ ένα λόφο και περιβάλλεται απ’ το Ελμά νταγ (βουνό), το Μιρίν νταγ και το Μπογλήμ.
Η Σμύρνη είναι μία από τις σημαντικότερες Ελληνικές πόλεις, της αρχαίας και της Ελληνιστικής εποχής της Μικράς Ασίας, από την ίδρυσή της ως και τα νεώτερα χρόνια. Η ανάπτυξή της σε όλες τις εποχές οφείλεται στη γεωγραφική της θέση, την ενδοχώρα και το λιμάνι της, παράγοντες που την ευνόησαν.
Η Κύπρος από αρχαιοτάτων χρόνων είναι Ελλάδα και στην Ελλάδα ανήκει. Δεν άλλαξε ποτέ τον Ελληνικό της χαρακτήρα, παρ’ όλους τους κατακτητές που πέρασε. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, το νησί παραμένει εκτός του εθνικού κορμού, με το βόρειο μέρος του να είναι υπό τουρκική κατοχή από το 1974.
Το ποίημα αυτό αναφέρεται στο χρέος που μας άφησαν οι ήρωες του 1974, Κύπριοι και Ελλαδίτες, πολεμιστές της ΕΛ.ΔΥ.Κ. και της Εθνικής Φρουράς που πολέμησαν και έπεσαν γενναία, προκειμένου να αποκρούσουν τον Τουρκικό Στρατό. Μας καλούν από τους τάφους τους να συνεχίσουμε τον αγώνα τους, ώσπου να έλθει η τελική δικαίωση, που δεν είναι άλλη από την απελευθέρωση και την Ένωση της Κύπρου με την Μητέρα Ελλάδα. Αυτό το χρέος ενσαρκώνεται στην προσταγή της ψυχής του Γεωργίου Γρίβα, του θρυλικού Διγενή της Ε.Ο.Κ.Α., ο οποίος εμφανίζεται να μας καλεί να αγωνιστούμε για την Κύπρο, όπως αγωνίστηκε αυτός, αλλά και εκείνοι οι ήρωες.
Ο Ρωμανός Διογένης γεννήθηκε το 1023 και καταγόταν από επιφανή οικογένεια στρατιωτικών της Καισάρειας στην Καππαδοκία. Πατέρας του ήταν ο Κωνσταντίνος Διογένης[1] και η μητέρα του ήταν ανιψιά του αυτοκράτορος Ρωμανού Γ’ του Αργυρού[2]. Το 1064, ως Δούκας της Σαρδικής (Σόφια)[3], απέκρουσε τις επιδρομές των Πετσενέγων[4], απωθώντας τους πέρα από τον Ίστρο (Δούναβη) ενώ τιμήθηκε με τον τίτλο του Βεστάρχη[5]. Συνωμότησε για να απομακρύνει από την εξουσία τους αριστοκράτες του παλατιού, που τους θεωρούσε υπεύθυνους για τη δραματική κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η Ρωμανία. Όμως προδόθηκε και οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στη Σύγκλητο να δικασθεί. Τελικά υπό το φόβο της λαϊκής εξέγερσης αν καταδικαζόταν, ο Ρωμανός Διογένης αθωώθηκε. Αργότερα νυμφεύθηκε την αυτοκράτορα Ευδοκία[6] και έγινε συναυτοκράτορας. Ήταν 1η Ιανουαρίου 1067 όταν ο Ρωμανός ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας της Ρωμανίας. Αμέσως άρχισε το έργο της ανόρθωσής της. Το μεγαλύτερο βάρος το έδωσε στην αναδιοργάνωση του στρατού.
Ο Ιωάννης Βελισσαρίου γεννήθηκε στις 26 Νεομβρίου 1861 στο Πλοέστι της Ρουμανίας με καταγωγή από την Κύμη Ευβοίας και σπούδασε τρία χρόνια στο Γαλλικό Κολλέγιο της Αιγύπτου. Το 1880 επέστρεψε στην Ελλάδα και εισήλθε στη Σχολή Υπαξιωματικών, απ’ όπου το 1887 αποφοίτησε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού Πεζικού.
Ο Άγιος και Μέγας Κωνσταντίνος γεννήθηκε στην Ναϊσσό της Άνω Μοισίας. Ήταν γιός του Κωνσταντίου Χλωρού, από την Μοισία της Θράκης και της Ελένης, κόρης πανδοχέως από το Δρέπανο της Βιθυνίας.
Δίκαια η Ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η Εκκλησία Ισαπόστολο.
Ως ελάχιστο φόρο τιμής σε αυτόν τον μεγάλο Άγιο και Εθνάρχη, παραθέτω αυτό το ποίημά μου:
Η Σαμψούντα είναι αρχαία Ελληνική πόλη και λιμένας, στη νότια ακτή του Ευξείνου Πόντου. Ιδρύθηκε στα μέσα του 8ου αιώνα π. Χ. από την Ιωνική Μίλητο με το όνομα Αμισός. Την εποχή του Περικλή, εποικίστηκε από Αθηναίους και πήρε το όνομα Πειραιάς, όνομα που το διατήρησε, μέχρι τη συντριβή του στόλου των Αθηναίων από τους Σπαρτιάτες το 404 π. Χ. Το 387 π. Χ. δόθηκε στους Πέρσες, με βάση τη συνθήκη της Ανταλκίδειας ειρήνης[1] μέχρι που απελευθερώθηκε από το Μέγα Αλέξανδρο. Τον 3ο αιώνα π.Χ. επανήλθε σε Ελληνικά χέρια (σε εντόπιους βασιλιάδες του Πόντου) και τελικά σε Ρωμαϊκά.
Στις 9 Μαΐου 1956, με αφορμή την επικείμενη εκτέλεση των αγωνιστών της ΕΟΚΑ Μιχαήλ Καραολή[1] και Ανδρέα Δημητρίου[2], οργανώθηκε από την Πανελλήνια Επιτροπή Ενώσεως Κύπρου (ΠΕΕΚ) πάνδημο συλλαλητήριο στην πλατεία Ομονοίας στην Αθήνα. Ανάμεσα στους διαδηλωτές βρίσκονταν ο Ευάγγελος Γεροντής, ο Ιωάννης Κωνσταντόπουλος και ο Φραγκίσκος Νικολάου.
Το μαρτύριο ενός ήρωα για την Πατρίδα, αποτελεί στιγμή θρήνου και δοκιμασίας για όλο το Έθνος, διότι αυτό είναι που διώκεται στο πρόσωπό του. Παράλληλα, είναι ιερή ώρα, διότι αυτός θυσιάζεται, προσφέρει δηλαδή τον εαυτό του στο βωμό της Πατρίδος και σταδιακά βαδίζει προς την αθανασία. Τέλος, αποτελεί και εθνικό σάλπισμα, που εγείρει την εθνική συνείδηση και καλεί όλους τους Έλληνες σε εγρήγορση.
Το παρακάτω ποίημα αναφέρεται στα συναισθήματα των Ελλήνων, απέναντι στους μαρτυρούντες ομοεθνείς τους, τους οποίους συμπονούν με τον τρόπο τους. Η θλίψη τους αυτή, όμως, αντί να σβήσει το Εθνικό τους φρόνημα, το αναζωπυρώνει, καθώς μετατρέπεται σε αγανάκτηση κατά των πολεμίων- ανθελλήνων, και ισχυροποιεί την τάση για μίμηση των ηρώων αυτών, από τους οποίους κάποιοι εμπνέονται και όλοι μαζί εξυψώνουν το Έθνος.
Ο Χαράλαμπος Κατσιμήτρος θα μπορούσε να αποκληθεί, ως Μιλτιάδης του Καλπακίου. Ο αντιστράτηγος Κατσιμήτρος μεγαλούργησε στο Έπος του 1940 και στη συνέχεια συκοφαντήθηκε και φυλακίστηκε, όπως και ο μεγάλος Μαραθωνομάχος στρατηγός Μιλτιάδης.