Ηράκλειος, ο Μέγας Αλέξανδρος της Ρωμανίας [575 – † 11 Φεβρουαρίου 641]

Ευαγγελία Κ. Λάππα
8 Αυγούστου 2022

Ο Ηράκλειος αποκαλείται Μέγας Αλέξανδρος της Ρωμανίας γιατί, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος συνέτριψε το πρώτο οργανωμένο Περσικό κράτος των Αχαιμενιδών, έτσι και ο Ηράκλειος συνέτριψε το δεύτερο Περσικό κράτος των Σασσανιδών. (Μάνος Χατζηδάκης, Ιστορικός- Ερευνητής)

Ο Ηράκλειος γεννήθηκε, ως ένα από τα τρία παιδιά του Ηρακλείου και της Επιφανείας, στην Καππαδοκία το 575. Τα άλλα δύο αδέλφια του ονομάζονταν Θεόδωρος και Μαρία. Ο πατέρας του ήταν στρατηγός και προσωπικός φίλος του αυτοκράτορα Μαυρικίου[1] και ήταν Έξαρχος της Βόρειας Αφρικής, με έδρα την Καρχηδόνα το 600.

Το 608 ο Ηράκλειος ο πρεσβύτερος επαναστάτησε ενάντια στην εξουσία του τυράννου αυτοκράτορα Φωκά[2], προβάλλοντας ως αρχηγό τον γιο του, Ηράκλειο. Την άνοιξη του 609 ο νεαρός Ηράκλειος εκστράτευσε με τον ξάδελφό του, Νικήτα, στην Αίγυπτο, την οποία κατέλαβε. Έπειτα ξεκίνησε με ένα μικρό στόλο για την Κωνσταντινούπολη. Δεν βρήκε ουσιώδη αντίσταση και έτσι, μετά από νικηφόρα ναυμαχία στις 4 Οκτωβρίου 610, την επόμενη μέρα μπήκε νικητής στην Κωνσταντινούπολη, λυτρώνοντας τη Ρωμανία από τον τυραννικό Φωκά, τον οποίο συνέλαβε και αποκεφάλισε. Λέγεται ότι, όντας έτοιμος να επιστρέψει στην Καρχηδόνα, πρότεινε το θρόνο στον Πρίσκο, συγγενή του Φωκά, αλλά κατόπιν κοινής απαιτήσεως λαού, Στρατού, Συγκλήτου και Εκκλησίας, εστέφθη Αυτοκράτωρ στην Αγία Σοφία. Έπειτα τέλεσε το γάμο του με την αγαπημένη του Φαβία, η οποία μετονομάσθηκε σε Ευδοκία.

Σόλιδος με παράσταση του Ηρακλείου του Μέγα στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του – Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ηράκλειος

Όταν ο Ηράκλειος ανήλθε στον θρόνο, η Ρωμανία βρισκόταν σε εξαιρετικά τραγική και δύσκολα ανατρέψιμη κατάσταση. Παντού κυριαρχούσαν αναρχία, πείνα και ταραχή και η οικονομία ήταν σε κακή κατάσταση. Ο στρατός ήταν χωρίς ηθικό, πειθαρχία και στελέχη και οι περιοχές ερειπωμένες από τις αλλεπάλληλες επιδρομές των βαρβάρων. Το 610, μάλιστα, οι Πέρσες κατέλαβαν την Αντιόχεια και τη Δαμασκό, βάδισαν προς την Παλαιστίνη και το 614 κυρίευαν την Ιερουσαλήμ, την οποία λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τους χριστιανικούς ναούς. Η εκκλησία του Παναγίου Τάφου γυμνώθηκε από τους θησαυρούς της και πυρπολήθηκε ενώ οι Χριστιανοί υπέστησαν τρομερά μαρτύρια και σφαγές, στις οποίες συμμετείχαν και οι Ιουδαίοι της Ιερουσαλήμ. Πολλοί θησαυροί μεταξύ άλλων και ο Τίμιος Σταυρός, μεταφέρθηκαν στην Περσία. Η εύκολη κατάκτηση της Συρίας και της Παλαιστίνης από τους Πέρσες οφειλόταν εν μέρει στο γεγονός ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού, κυρίως στη Συρία, ήταν Μονοφυσίτες και Νεστοριανοί και γι αυτό προτίμησαν την κυριαρχία των Περσών, όπου απολάμβαναν σχετική θρησκευτική ελευθερία. Μέρος του περσικού στρατού διασχίζοντας τη Μικρά Ασία κατέλαβε τη Χαλκηδόνα[3] και στρατοπέδευσε στη Χρυσούπολη[4] απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, ενώ ένα άλλο μέρος του κατέλαβε την Αίγυπτο το 619. Ο Ηράκλειος προσπάθησε να έρθει σε συμφωνία με τον Πέρση βασιλιά Χοσρόη[5], ο οποίος όμως παρέμεινε ανένδοτος. Το 619, οι Άβαροι[6] ενισχυμένοι με Σλάβους, έφθασαν ως τη Θεσσαλονίκη και απείλησαν την ίδια την Κωνσταντινούπολη.

Απελπισμένος από όλη αυτή την κατάσταση, ο Ηράκλειος σκέφθηκε να παραιτηθεί αλλά τελικώς ο πατριάρχης Σέργιος[7] τον μετέπεισε και τον έβαλε να ορκιστεί στην Αγία Σοφία ενώπιον λαού ότι δεν θα εγκατέλειπε την Πόλη. Του παρεχώρησε όλα τα χρυσά, ασημένια και χάλκινα σκεύη και αντικείμενα των εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης, τα οποία παρεδόθησαν στο νομισματοκοπείο και κόπηκαν νομίσματα. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Ηράκλειος μπόρεσε να εξασφαλίσει συνθήκη ειρήνης με τους Αβάρους, έστω και απεχθή, σύμφωνα με την οποία οι Άβαροι θα έπαιρναν 150.000 χρυσά νομίσματα ετησίως.

Έπειτα ο Ηράκλειος δημιούργησε μεγάλες στρατιωτικές περιφέρειες στις οποίες παραχώρησε μεγάλες εδαφικές εκτάσεις σε οικογένειες στρατιωτικών με αντάλλαγμα την παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας. Για πρώτη φορά η Ρωμανία απέκτησε εθνικό στρατό και οι μισθοφόροι μειώθηκαν στο ελάχιστο. Επίσης ο Ηράκλειος, με σκοπό να επιτεθεί στους Πέρσες, οι οποίοι φημίζονταν για το ιππικό τους, άλλαξε και τη σύνθεση του στρατεύματος, το οποίο ως τότε στηριζόταν στο πεζικό. Στο εξής ο Ηράκλειος θα βασιζόταν και αυτός στο ιππικό του, το οποίο αποτελείτο από τους κατάφρακτους ιππείς, δηλαδή που φορούσαν πανοπλία, και από τους ιπποτοξότες, οι οποίοι ήταν οπλισμένοι με τόξα.

Στις 4 Απριλίου 622, Κυριακή του Πάσχα, ο Ηράκλειος, ντυμένος σαν απλός στρατιώτης, κοινώνησε και προσευχήθηκε στην Αγία Σοφία. Την επομένη μέρα, με λάβαρο την Εικόνα του Σωτήρος, επιβιβάστηκε επικεφαλής του στόλου που τον μετέφερε από την Κωνσταντινούπολη στις Πύλες της Βιθυνίας. Στην Κωνσταντινούπολη είχε αφήσει ως Αντιβασιλέα τον 10χρονο γιο του και συναυτοκράτορα Κωνσταντίνο υπό την επιτροπεία του πατριάρχη Σέργιου και του μαγίστρου[8] Βώνου[9], οι οποίοι ανέλαβαν και τη διοίκηση του κράτους.

Στην Καισάρεια της Καππαδοκίας ο Ηράκλειος βρήκε έναν στρατό 120.000 ανδρών να τον περιμένει. Επί μήνες εκπαίδευσε ο ίδιος τον στρατό του υπομένοντας τις ίδιες κακουχίες και τηρώντας την ίδια σιδερένια πειθαρχία. Παράλληλα με συνεχείς παραινέσεις και ομιλίες του προσπαθούσε να τους τονώσει το ηθικό και να τους κάνει να πιστέψουν ότι η εκστρατεία τους εναντίον των Περσών θα ήταν νικηφόρα επειδή είχαν τη βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας.

Το 622 εισέβαλε στην Αρμενία, όπου κατατρόπωσε τους Σαρακηνούς και τους Πέρσες, που είχαν οχυρωθεί σε ορεινές προσβάσεις. Στις αρχές Φεβρουαρίου του 623 ο στρατός του νίκησε τα περσικά στρατεύματα του Σαρβαραζά[10], ο οποίος παραλίγο να αιχμαλωτιστεί.

Στις αρχές του 623, όμως οι Άβαροι αθέτησαν την συνθήκη και εισέβαλαν στην Θράκη με σλαβικά και μογγολοταταρικά φύλα. Ο Ηράκλειος, μη μπορώντας να ανακαλέσει το στρατό από τη Μικρά Ασία για εκφοβισμό του Χαγάνου[11] των Αβάρων, σκέφτηκε να τον εντυπωσιάσει με ορχήστρες, ιπποδρομίες και πλούσια δώρα. Αλλά ο Χαγάνος σκοπεύοντας να αιχμαλωτίσει τον Αυτοκράτορα, του έστησε ενέδρα και καθώς η αυτοκρατορική πομπή πορευόταν προς το σημείο της συνάντησης, στη Σιλύστρια της Θράκης, οι Άβαροι επιτέθηκαν σφάζοντας αδιακρίτως όποιον έβρισκε εμπρός του. Ο Ηράκλειος όμως κατάφερε να διαφύγει στην Κωνσταντινούπολη, καταδιωκόμενος από τις ορδές των Αβάρων, οι οποίοι σταμάτησαν μπροστά στα τείχη της Πόλης και αφού λεηλάτησαν τα περίχωρά της υποχώρησαν μόνοι τους. Απεστάλη νέα πρεσβεία από την Κωνσταντινούπολη στους Αβάρους και επετεύχθη η εξασφάλιση ειρήνης με αύξηση των ετησίων φόρων από 150.000 σε 200.000 χρυσά νομίσματα. Ως εγγύηση μάλιστα, ο Ηράκλειος έδωσε ως ομήρους τον νόθο γιό του Αθαλάριχο, τον ανιψιό του Στέφανο και τον γιό του Βώνου, Ιωάννη.

Στο μεταξύ ο Χοσρόης, μετά την συντριβή του στρατού του, συγκρότησε εκ νέου μια μεγάλη στρατιά υπό τον Σαρβαραζά, έκανε επίδειξη δυνάμεως στην Κιλικία και στην Γαλατία. Την άνοιξη του 624, ο Ηράκλειος, ευρισκόμενος στη Νικομήδεια[12] για το Πάσχα, έστειλε στον Χοσρόη επιστολή με την οποία ζητούσε συνθήκη ειρήνης, πρόταση που ο Πέρσης Βασιλιάς απέρριψε. Τον Μάρτιο, ο Ηράκλειος ξεκίνησε και πάλι εναντίον των Περσών από τα Σάταλα, όπου είχε στρατοπεδεύσει ο στρατός του και εισέβαλε στην περσική Αρμενία. Ο Χοσρόης αναγκάστηκε να ανακαλέσει από την Μικρά Ασία τον Σαρβαραζά και συγκέντρωσε μια δεύτερη μεγάλη στρατιά υπό τον σατράπη Σαήν. Απτόητος ο Ηράκλειος προήλασε μέσα στην Περσία κυριεύοντας τις πόλεις Ντοβίν, Ναχκαβάν και την Ταυρίδα της Μηδίας[13], όπου κατέστρεψε τον ναό του Ζωροάστρη σε αντίποινα για την καταστροφή του Παναγίου Τάφου στην Ιερουσαλήμ. Τέλη Απριλίου 626, ο Αυτοκράτωρ διέβη τον Άλυ ποταμό και στρατοπέδευσε στη Σεβάστεια[14].

Στο μεταξύ οι Άβαροι όχι μόνο αθέτησαν την συνθήκη ειρήνης που είχαν με τους Έλληνες αλλά και συννενοήθηκαν με τους Πέρσες την από κοινού κατάληψη της Κωνσταντινούπολης ενόσω ο Ηράκλειος απουσίαζε. Όταν ο τελευταίος το έμαθε, έστειλε προτάσεις ειρήνης στον Χαγάνο, ο οποίος όμως τις απέρριψε. Τότε μη θέλοντας να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, διέταξε την επισκευή των οχυρώσεων της, την κατασκευή αμυντικών μηχανών και την εξασφάλιση επισιτισμού των κατοίκων για αρκετό καιρό. Προς ενίσχυση της άμυνας της Κωνσταντινούπολης έστειλε 12.000 άνδρες υπό τον αδελφό του Θεόδωρο με την εντολή να νικήσει τον στρατό του Σαήν και να βοηθήσει τους πολιορκημένους όπως και έγινε. Στα μέσα Ιουνίου του 626, ο Σαρβαραζάς έφθασε με τον στρατό του στην Χαλκηδόνα και ανέμενε τους Αβάρους, οι οποίοι εμφανίστηκαν έξω από τα τείχη της Π γνωστοποιώντας με συνθηματικές πυρές την παρουσία τους στους Πέρσες στις 29 Ιουνίου. Έναν μήνα αργότερα εμφανίστηκε ο Χαγάνος με τον κύριο όγκο της στρατιάς του, πάνω από 150.000 άνδρες, στην οποία συμμετείχαν Σλάβοι και Βούλγαροι, και άρχισε την πολιορκία. Στην πολιορκημένη Πόλη ο μάγιστρος Βώνος επιθεωρούσε τον στρατό και τις οχυρώσεις ενώ ο πατριάρχης Σέργιος, κρατώντας την εικόνα της Θεοτόκου, περιφερόταν στα τείχη εμψυχώνοντας τους μαχητές. Οι επιθέσεις των πολιορκητών συνεχίστηκαν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο μάγιστρος Βώνος ζήτησε και πάλι συνθηκολόγηση από τον Χαγάνο, ο οποίος όμως απάντησε ότι απαιτούσε τη παράδοση της Πόλεως αλλιώς δεν είχαν καμία απολύτως ελπίδα επιβίωσης. H κατάσταση ήταν ανησυχητική αλλά όχι απελπιστική ως τις 6 Αυγούστου, που οι Άβαροι κατέλαβαν την εκκλησία των Βλαχερνών, όπου και οχυρώθηκαν. Ωστόσο ο Βώνος έμαθε τον τρόπο συνεννόησης Αβάρων και Περσών για συντονισμένη επίθεση και στις 7 Αυγούστου άναψε ο ίδιος τις συνθηματικές φωτιές στην άκρη των θαλασσίων τειχών παρασύροντας τον ευρισκόμενο στον Κεράτιο κόλπο Αβαρικό στόλο σε άσκοπη επίθεση με αποτέλεσμα να βυθιστεί από τον στόλο της Ρωμανίας. Ο Χαγάνος θυμωμένος για το λάθος των στρατιωτών του σκότωσε τους επιζήσαντες και έλυσε την πολιορκία ενώ ο Σαρβαραζάς με τον στρατό του αποχώρησε. Μετά την αναπάντεχη νίκη ο αντιβασιλέας Κωνσταντίνος, ο πατριάρχης Σέργιος, οι προύχοντες και ο λαός ευχαρίστησαν την Παναγία Θεοτόκο για το θαύμα της συντριβής και απομάκρυνσης των εχθρών, στην εκκλησία των Βλαχερνών, όπου εκεί πρωτακούστηκε ο «Ακάθιστος Ύμνος»[15]. Ο Θεόδωρος με τον στρατό του έχοντας φτάσει έξω από την Κωνσταντινούπολη, κατεδίωξε τους Αβάρους ως τα βόρεια σύνορα της χερσονήσου του Αίμου, τους συνέτριψε και έκτοτε οι Άβαροι δεν ξαναενόχλησαν τη Ρωμανία.

Παράλληλα ο Ηράκλειος με τον υπόλοιπο στρατό συνέχιζε την καταδίωξη του Χοσρόη. Ευρισκόμενος στη Λαζική εξασφάλισε τη συμμαχία των χαζάρων Τούρκων οι οποίοι τον ενίσχυσαν με 40.000 μαχητές. Τον Σεπτέμβριο του 627, αφού διέβη τον ποταμό Αράξη και ενώθηκε με τον στρατό του Θεοδώρου, εισέβαλε στην Ατροπατηνή Μηδία και λεηλατώντας την περιοχή, σε αντίποινα προς τους Πέρσες.

Οι Πέρσες υπό τον σατράπη Ραζάτη, προσπάθησαν να αναχαιτίσουν την προέλαση των Ελλήνων επιδιώκοντας να κλείσουν τα ορεινά περάσματα των Κορδυαίων, χωρίς όμως να προλάβουν καθώς ο Ηράκλειος με τον στρατό του διέβη τα Κορδυαία με κατεύθυνση προς τη Μεσοποταμία. Απ’ όπου περνούσε ο στρατός της Ρωμανίας εξαντλούσε τα τρόφιμα της περιοχής, με αποτέλεσμα ο Ραζάτης που ακολουθούσε κατά πόδας να μην βρίσκει εφόδια για στο στρατό του. Φθάνοντας στην πεδιάδα της Μεσοποταμίας ο Ηράκλειος άφησε το στρατό του να ξεκουραστεί αλλά ξεκίνησε ξανά με προορισμό την πρωτεύουσα των Περσών, την Κτησιφώντα[16] στις 1 Δεκεμβρίου του 627. Διέβη τον ποταμό Ζάβατο και στρατοπέδευσε κοντά στην Νινευί[17]. Οι Πέρσες, αφού διάβηκαν τον ποταμό και στρατοπέδευσαν στη συμβολή του Ζάβατου με τον Τίγρη, ο Ραζάτης αποφάσισε να επιτεθεί στις 12 Δεκεμβρίου του 627. Για τούτη την μάχη ελάχιστα έχουν διασωθεί στην χρονογραφία ως προς τις δυνάμεις και την τακτική που τηρήθηκε από τους δύο στρατούς. Έχει σωθεί όμως ότι ο Ηράκλειος πάνω στο άλογό του παρ’ ότι πληγωμένος στο χείλος και στο πόδι, σκότωσε τρεις από τους κυριότερους αξιωματικούς των Περσών και τον ίδιο τον Ραζάτη. Οι απώλειες των Περσών ήταν πολύ μεγάλες και όσοι επιζήσαντες που δεν αιχμαλωτίστηκαν, τράπηκαν σε φυγή. Μετά τη νίκη του στη Νινευί ο Ηράκλειος εστράφη νοτιοανατολικά καταδιώκοντας τον Χοσρόη και προσπαθώντας να τον κάνει να πολεμήσει. Εκείνος όμως παρ’ όλο που είχε στρατό 40.000 ανδρών, αρνήθηκε πάλι να πολεμήσει και συγκέντρωνε πυρετωδώς νέα στρατεύματα. Ώσπου, τον Φεβρουάριο του 628, ο πρωτότοκος γιος του Χοσρόη, ο Σιρόης ή Καβάδης B’, ανέτρεψε τον πατέρα του, τον οποίο και σκότωσε, και σύναψε ειρήνη με τον Ηράκλειο. Επίσης επέστρεψε στη Ρωμανία όλες του τις κτήσεις, μαζί και τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο ο Ηράκλειος μετέφερε με μεγάλη επισημότητα στα Ιεροσόλυμα, το 629.

Μετά την ολοκληρωτική νίκη του κατά των Περσών ο Ηράκλειος προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις που εξελλήνισαν πλήρως την Αυτοκρατορία. Το 629 η Ελληνική έγινε η επίσημη γλώσσα του κράτους, οι λατινικοί τίτλοι «Flavius», «Imperator» «Augustus» και «Caesar» αντικαταστάθηκαν από τον Ελληνικό τίτλο «Βασιλεύς» με την προσθήκη «πιστός εν Χριστώ» και αναδιοργανώθηκε με καθαρά ελληνικά πρότυπα η ανώτατη παιδεία στο Πανδιδακτήριον, όπου διδάχθηκαν έργα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, γεωμετρία, αριθμητική, αστρονομία και μουσική.

Ο Ηράκλειος όμως διέπραξε δύο τραγικά λάθη: Λόγω του πρόωρου θανάτου της πρώτης συζύγου του, Ευδοκίας, νυμφεύθηκε την ανιψιά του Μαρτίνα[18], πράξη που επικρίθηκε έντονα λόγω της συγγενικής τους σχέσεως. Επίσης, στη θρησκευτική του πολιτική ο Ηράκλειος προσπάθησε να φέρει την πνευματική ενότητα και να ξανακερδίσει τους μονοφυσίτες της Συρίας και της Αιγύπτου. Με το μονοθελητικό δόγμα προσπάθησε να δώσει μια συμβιβαστική λύση που θα επανέφερε τους αιρετικούς στην Ορθοδοξία αλλά δεν έγινε δεκτό από κανέναν.

Απεικόνιση του 7ου αιώνα που παρουσιάζει τον αυτοκράτορα Ηράκλειο, την δεύτερη σύζυγο του Μαρτίνα, την αδελφή του Επιφανεία και την κόρη του Ευδοξία. – Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ηράκλειος

Στις αρχές του 7ου αιώνα εμφανίσθηκε η θρησκεία του Μωάμεθ, η οποία μέσα σε είκοσι χρόνια, θα κατακτούσε το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου της Ανατολής και θα εξαπλωνόταν σε βάρος της Ρωμανίας. Από το 634 ο χαλίφης Ομάρ Α’ λεηλατούσε της νότιας Παλαιστίνης. Ο Ηράκλειος ευρισκόμενος στην Αντιόχεια, προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει τους Άραβες, ανέθεσε την στρατηγία στον αδελφό του Θεόδωρο. Ο στρατός της Ρωμανίας όμως ηττήθηκε στην Πέλλα Δεκαπόλεως της Συρίας, στη Δαμασκό (Μάρτιος 634) και στην Εμέσα. Ο Ηράκλειος συγκέντρωσε ένα μεγάλο αλλά ανομοιογενές στράτευμα, το οποίο εκτός από τον τακτικό στρατό, είχε ως συμμάχους, Αρμένιους, Πέρσες και χριστιανούς Άραβες. Την στρατηγία ανέθεσε στον σακελλάριο Θεόδωρο, τον αρμένιο στρατηγό Βαάνη και έναν Γασανίδη φύλαρχο. Το 636 εδόθη η αποφασιστική μάχη στον ποταμό Ιερομίακα, όπου και εκεί οι Έλληνες νικήθηκαν. Ο Ηράκλειος δεν συμμετείχε στη μάχη καθώς ήταν πλέον γηρασμένος και είχε διαταραχτεί η ψυχοσωματική του υγεία από τη καταπόνηση που του είχαν προκαλέσει οι εκστρατείες.[19]

Απεβίωσε στις 11 Φεβρουαρίου 641 και τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο γιός του ο Ηράκλειος – Νέος Κωνσταντίνος, ο οποίος εστέφθη ως Κωνσταντίνος ο Γ΄.

Πηγές:

  1. Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022.
  2. Δρ. Χολέβα Γιάννη Κ., Το Ελληνικό Βυζάντιο, ο μεγάλος σταθμός που ένωσε το παρελθόν με το μέλλον της Ελλάδας, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2010.
  3. https://vizantinaistorika.blogspot.com/2016/07/blog-post_21.html | Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος και ο Τίμιος Σταυρός- Α’ Μέρος.
  4. https://averoph.wordpress.com/2021/02/05/η-εποχή-του-ηράκλειου-610-717/ | Η εποχή του Ηράκλειου (610-717).
  5. https://vizantinaistorika.blogspot.com/2016/04/622-626-nineyi-627.html | Σάταλα 622 – Κωνσταντινούπολη 626 – Νινευή 627.
  6. https://vizantinaistorika.blogspot.com/2015/08/blog-post_18.html | Η Δυναστεία του Ηρακλείου.

________________________

  1. Ο Μαυρίκιος γεννήθηκε το 539 στην Καππαδοκία και ήταν γιός του Έλληνα συγκλητικού Παύλου. Κατετάχθη στον στρατό της Ρωμανίας και ανήλθε στις υψηλές θέσεις της ιεραρχίας, σε σημείο ώστε να χρισθεί διάδοχος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Τιβέριου Β’. Κατάφερε να διατηρήσει τις κτήσεις της Δύσης, να ανακτήσει με πολέμους τεράστια εδάφη στην Ανατολή και να  επαναφέρει ως βόρειο σύνορο το Δούναβη. Στις 23 Νοεμβρίου 602 ανετράπη από τον χαμηλόβαθμο εκατόνταρχο Φωκά, ο οποίος και τον σκότωσε μαζί με την οικογένειά του στις 27 Νοεμβρίου 602. (Πηγές: https://cognoscoteam.gr/μαυρίκιος-τιβέριος-539-602-ένας-αποτελεσ/ | Μαυρίκιος Τιβέριος (539 – 602): Ένας αποτελεσματικός αυτοκράτορας και Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022). ↩︎
  2. Ο Φωκάς ήταν χαμηλόβαθμος εκατόνταρχος από τη Θράκη, που ανέτρεψε τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο, τον οποίο και εκτέλεσε με την οικογένειά του και ανέβηκε στο θρόνο της Ρωμανίας. Η οκταετία που κυβέρνησε ο Φωκάς καταγράφεται από το σύνολο ως «Τυραννίδα», μια από τις ατυχέστερες και καταστροφικότερες περιόδους στην βυζαντινή ιστορία. Ο Φωκάς ήταν ένας αμόρφωτος χωριάτης, μέθυσος, χωρίς ηθικούς φραγμούς, και κοινός εγκληματίας. Η προώθηση στα κρατικά αξιώματα και στις ανώτατες θέσεις όλων των συγγενών του και οι διωγμοί και οι εκτελέσεις όλων των αξιόλογων στελεχών της κρατικής μηχανής για χάριν μικροσυμφερόντων, αποδυνάμωσαν το κράτος. Επίσης επέδειξε αδιαφορία για τις διεισδύσεις και τις επιδρομές των Περσών στην Ανατολή και των Αβάρων και των Σλάβων στον βορρά. (Πηγές: https://vizantinaistorika.blogspot.com/2016/07/blog-post_21.html | Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος και ο Τίμιος Σταυρός- α΄ μέρος και Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022). ↩︎
  3. Πόλη στη θάλασσα του Μαρμαρά, κοντά στον Βόσπορο. Ιδρύθηκε το 675 π.Χ. ως αποικία των Μεγαρέων και ανεπτύχθη πολύ γρήγορα λόγω του πανελλαδικά φημισμένου εκεί Μαντείου του Απόλλωνα. Το όνομα Χαλκηδόνα έγινε γνωστό ως «πόλη του τυφλού», όπου η ιστορία είναι ότι το Βυζάντιο ιδρύθηκε μετά από μια προφητεία ότι ένα μεγάλο αστικό κέντρο θα χτιζόταν «απέναντι από την πόλη του τυφλού» (σημαίνοντας ότι οι άνθρωποι της Χαλκηδόνας πρέπει να είναι τυφλοί για να μην δουν την προφανή αξία της χερσονήσου στο χρυσό κέρατο ως φυσικό αμυντικό λιμάνι). Τελικά η Χαλκηδόνα άλλαξε πολλά χέρια κατ’ επανάληψη, από τους Πέρσες, Βιθύνιους, Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Άραβες, οι σταυροφόροι και οι Τούρκοι πέρασαν μέσω της περιοχής. Επί Αυτοκράτορα Διοκλητιανού στην πόλη αυτή μαρτύρησε η Αγία Ευφημία. Το 451 έγινε στην πόλη η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, η μέχρι σήμερα λεγόμενη «Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας» και το 507 τοπική σύνοδος. (Πηγές: https://web.archive.org/web/20110310074514/http://istanbulcityguidegreek.com/city/area/kadikoy.html | Χαλκηδόνα Kadıköy και https://el.wikipedia.org/wiki/Χαλκηδόνα | Χαλκηδόνα). ↩︎
  4. Η Χρυσούπολη, που σήμερα ονομάζεται Σκούταρι, είναι μεγάλος και πυκνοκατοικημένος δήμος της Κωνσταντινούπολης που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προάστια της πόλεως και βρίσκεται επί της ασιατικής πλευράς, στο νότιο άκρο του Βοσπόρου. Η ονομασία «Χρυσούπολις» σχετίζεται πιθανώς με μύθο, σύμφωνα με τον οποίο πρώτος οικιστής της πόλεως ήταν ο Χρύσος, γιος του Αγαμέμνονα και της Χρυσηίδας, ή ακόμα με το γεγονός πως ήταν τόπος συγκέντρωσης φόρων. Η σύγχρονη ονομασία ετυμολογείται πιθανώς από την αρχαία περσική Ουσκιουδάρ που δηλώνει τον αγγελιαφόρο, υπόθεση που υποστηρίζεται από τη σημαντική θέση της πόλεως που συνιστά συγκοινωνιακό κόμβο. Η ονομασία αυτή, ως Escutaire, δόθηκε πρώτα από τον Βιλλεαρδουίνο το 1203. Το τοπωνύμιο Σκουτάρι παραπέμπει επίσης σε φρουρά, η οποία έφερε είδος ασπίδας που λεγόταν «σκουτάριον». Στο χρονικό του Νικήτα Χωνιάτη αναφέρεται ομώνυμο παλάτι του Μανουήλ Α’ Κομνηνού, επί του ακρωτηρίου της Δαμάλεως, που ενδέχεται να ευθύνεται και για το τοπωνύμιο της ευρύτερης περιοχής. Εικάζεται πως μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ο έλεγχος της ασιατικής ακτής του Βοσπόρου από τους Οθωμανούς δεν συνοδεύτηκε από τη δημιουργία μόνιμων οικισμών στην περιοχή. Στα μέσα του 17ου αιώνα, όπως παραδίδεται από τον Εβλιγιά Τσελεμπή, υπήρχαν 70 μουσουλμανικές συνοικίες, 11 ελληνικές και αρμενικές, καθώς και μία εβραϊκή. Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος κατέγραψε 72 συνοικίες, στα μέσα του 19ου αιώνα, εκ των οποίων τρεις αρμενικές στα νοτιοανατολικά της περιοχής, και πληθυσμό 60.000 κατοίκων, κυρίως Τούρκων. Ο ίδιος αναφέρεται επίσης στην παρουσία 400 ελληνικών οικογενειών που εγκαταστάθηκαν εκεί το 19ο αιώνα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, καταγράφονταν 82.400 κάτοικοι, μεταξύ των οποίων 65.000 μουσουλμάνοι, περίπου 6.000 έλληνες ορθόδοξοι και 7.250 Αρμένιοι, καθώς και 1.500 Εβραίοι. (Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ουσκουντάρ | Ουσκουντάρ). ↩︎
  5. Ο Χοσρόης Β΄ της Περσίας (570 – 28 Φεβρουαρίου 628) ήταν ο τελευταίος μεγάλος βασιλιάς της Περσίας από τη δυναστεία των Σασσανιδών. Βασίλευσε μεταξύ 590 και 628 και ήταν γιος και διάδοχος του βασιλιά της Περσίας Ορμίσδα Δ΄ και εγγονός του βασιλιά της Περσίας Χοσρόη Α΄. Είναι πασίγνωστος από τους σκληρούς θρησκευτικούς του πολέμους με τον αυτοκράτορα της Ρωμανίας Ηράκλειο. Ο Χοσρόης Β΄ χαρακτηρίστηκε μικρός. Σε αντίθεση με τον σπουδαίο παππού του Χοσρόη Α΄ ήταν βίαιος, αλαζόνας, είχε 3.000 συζύγους, με τις οποίες ζούσε σε απίστευτη χλιδή, αλλά το τέλος ήταν εξίσου σκληρό από τον ίδιο τον γιο του. Ο στρατός του είχε συντριβεί από τον αυτοκράτορα της Ρωμανίας Ηράκλειο και το κράτος του είχε αποδεκατιστεί. Οι Πέρσες εξοργισμένοι από τις ήττες και τις ταλαιπωρίες, τον ανέτρεψαν την ίδια χρονιά με συνωμοσία υπό την αρχηγία του ίδιου του μεγαλύτερου γιου του Σιρόη. Ο Σιρόης σε ακραίο βαθμό βίαιος σκότωσε 18 αδελφούς, του γιους τού Χοσρόη μπροστά του και στη συνέχεια έσφαξε τον ίδιο τον πατέρα του. Βασιλιάς των Περσών αναγορεύτηκε στην συνέχεια ο Σιρόης ως Καβάδης Β΄, αλλά απεβίωσε την ίδια χρονιά (628). Η διαλυμένη Περσία έπεσε αμέσως μετά στη νέα ανερχόμενη δύναμη των Αράβων, των οποίων έγινε επαρχία. (Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Χοσρόης_Β΄_της_Περσίας  | Χοσρόης Β΄ της Περσίας). ↩︎
  6. Τουρκομογγολικό φύλο που πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 7ου αι. μ.Χ. στον Δούναβη και είχε ως κοιτίδα του τη Μογγολία και τη Μαντζουρία (επαρχία της Κίνας). (Πηγή: https://www.defence-point.gr/news/to-vyzantio-tsakizi-tous-aderfous-ton-tourkon-avarous – Το Βυζάντιο τσακίζει τους “αδερφούς” των Τούρκων Αβάρους… και Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022). ↩︎
  7. Καταγόταν από τη Συρία και είχε ελληνοπρεπή μόρφωση. Είχε εκλεγεί Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως το Μάρτιο του 610. Πρόκειται για έναν από τους πιο φωτισμένους Ιεράρχες της Ιστορίας. (Πηγή: Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022). ↩︎
  8. Ο Μάγιστρος τα πρώτα χρόνια ήταν αρχηγός των μονάδων της Ανακτορικής φρουράς (Scholae Palatinae) και αργότερα επικεφαλής των sacra scrinia (δημοσίων υπηρεσιών που είχαν επικεφαλής κατώτερους μάγιστρους). Ήταν κάτι σαν υπουργός Εσωτερικών. Σταδιακά το αξίωμα ενισχύθηκε και ο Μάγιστρος ανέλαβε και την επιστασία του δημοσίου δρόμου, των εργοστασίων όπλων (fabricae) και των παραμεθορίων στρατευμάτων (Λιμιτάνεοι-Limitanei). Επιπλέον ήταν αρχηγός των περιβόητων agentes in rebus (αγγελιοφόροι ή μαγιστριανοί) οι οποίοι ήταν έμπιστοι πράκτορες ειδικών αποστολών, που, μεταξύ άλλων, έλεγχαν μυστικά τους Κυβερνήτες επαρχιών. Κατά τον 6ο αιώνα, ο Μάγιστρος μαζί με τον Ύπαρχο της Ανατολής αποτελούσαν τους δυο πιο ισχυρούς υπουργούς του κράτους. Τον 7ο αιώνα, το αξίωμα διατήρησε τη σπουδαιότητά του απλά ως «Μάγιστρος». Αργότερα, τον 9ο αιώνα, οι διοικητικές αρμοδιότητές του πέρασαν στους Λογοθέτες, ενώ οι στρατιωτικές στους Δομέστικους. Στο τέλος του 9ου αιώνα ο Μάγιστρος ήταν απλά ένας τίτλος ευγενείας. Τον 10ο αιώνα υπήρχαν για κάποιο λόγο πολλοί μάγιστροι, και ο Νικηφόρος Φωκάς καθιέρωσε μια νέα βαθμίδα, τον Πρωτομάγιστρο. Τα αξιώματα του Μάγιστρου και του Πρωτομάγιστρου καταργήθηκαν τον 12ο αιώνα από τον Μανουήλ Κομνηνό. (Πηγή: https://byzantium.gr/axiombyz45.php | Βυζαντινά Αξιώματα και Ιεραρχία κατά τον 4ο και 5ο αιώνα). ↩︎
  9. Ο Βώνος ήταν πατρίκιος, μάγιστρος (πρωθυπουργός), και Κόμης της εώας, του αυτοκράτορα Ηρακλείου. Μαζί με τον πατριάρχη Σέργιο Α΄ είχε αναλάβει την κηδεμονία του Κωνσταντίνου, (μετέπειτα Κωνσταντίνος Γ’), γιου του αυτοκράτορα της Ρωμανίας Ηράκλειου, κατά τον χρόνο που απουσίαζε εκείνος στους περσικούς πολέμους (622-628). Διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην επιτυχή υπεράσπιση της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, Κωνσταντινούπολης, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλεως από τους Αβάρους και τους Πέρσες το 626.  Δεν πρόλαβε όμως να υποδεχθεί τον αυτοκράτορα του νικητή και τροπαιοφόρο. (Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Βώνος | Βώνος). ↩︎
  10. Ο Σαρβαραζάς της Περσίας ή Φαρουχάν ήταν ο σπουδαιότερος στρατηγός των Περσών σε όλες τις μάχες του βασιλιά Χοσρόη Β’ εναντίον των Ελλήνων  την εποχή του αυτοκράτορα της Ρωμανίας Ηρακλείου. Ο Σαρβαραζάς έγινε βασιλιάς της Περσίας στις 27 Απριλίου 629 ανατρέποντας τον νόμιμο ανήλικο βασιλιά Αρταξία Γ’, γιο του Καβάδη Β’ και εγγονό του Χοσρόη Β’. Στον Περσικό θρόνο δεν κατάφερε να μείνει ούτε δύο μήνες, καθώς τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς Πέρσες ευγενείς οπαδοί της νόμιμης δυναστείας των Σασσανιδών τον ανέτρεψαν και τον δολοφόνησαν. Στον Περσικό θρόνο τον Σαρβαραζά διαδέχθηκε η Φουραντόχη κόρη του Χοσρόη Β’, θεία του Αρταξία Γ’. (Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Σαρβαραζάς_της_Περσίας | Σαρβαραζάς της Περσίας). ↩︎
  11. Χαγάνος ή Χαγάν ή Χαν (хаан) στη μογγολική γλώσσα σημαίνει βασιλιάς και είναι ο τίτλος του ανώτατου άρχοντα που κυβερνά την αυτοκρατορία (χαγανάτο). Το θηλυκό ισοδύναμο είναι Χατούν. ↩︎
  12. Η Νικομήδεια της Βιθυνίας ιδρύθηκε κατά κατά τον δεύτερο ελληνικό αποικισμό, στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ., από Μεγαρείς μαζί με Αθηναίους μια αποικία με το όνομα Αστακός. Η πόλη κατεστράφη τον τρίτο αιώνα π.Χ. από τον Λυσίμαχο. Η Νικομήδεια ιδρύθηκε γύρω στο 264 π.Χ. από τον Νικομήδη Α΄ της Βιθυνίας, στη θέση της αρχαίας πόλεως Ολβίας, η οποία ήταν αποικία των Μεγαρέων από τον 8ο π.Χ. αιώνα. Ήταν πρωτεύουσα του Βασιλείου της Βιθυνίας και κατόπιν της ρωμαϊκής επαρχίας της Βιθυνίας.  Ήταν χτισμένη στον δρόμο που ένωνε την Ευρώπη με την Ανατολή, πράγμα που την κατέστησε σπουδαίο εμπορικό κέντρο. Το 256 μ.Χ. κατεστράφη από τους Γότθους. Ο Διοκλητιανός την κατέστησε το σημαντικότερο κέντρο του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης μείωσε τη σημασία της. Ακόμη λιγότερη έγινε η σπουδαιότητα της Νικομήδειας όταν η Νίκαια έγινε πρωτεύουσα της ομώνυμης Αυτοκρατορίας, μετά την Δ΄ Σταυροφορία και την κατάληψη της Πόλεως το 1204. Μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες των Οθωμανών, η Νικομήδεια κατελήφθη το 1337. Μέρος του πληθυσμού εξισλαμίστηκε, ενώ μετά την παράδοση προνομίων από τον Σουλτάνο Μωάμεθ τον Πορθητή στον Πατριάρχη Γεννάδιο, ο χριστιανικός πληθυσμός της πόλεως συσπειρώθηκε γύρω από την τοπική Μητρόπολη. Υπάρχει μαρτυρία ότι το 1795 υπήρχε στην πόλη χριστιανική σχολή. Μετά την ανακωχή του Μούδρου (1918), οι Άγγλοι κατέλαβαν τη Νικομήδεια, ενώ μετά τη Διάσκεψη της Βουλώνης το ελληνικό 16ο Σύνταγμα ανέλαβε την πόλη, υπό αγγλική διοίκηση. Τον Ιούνιο του 1921, οι ελληνικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη. (https://el.wikipedia.org/wiki/Ιζμίτ | Ιζμίτ). ↩︎
  13. Η Ταμπρίζ, γνωστή και ως Ταυρίδα ανήκει σήμερα στο Ιράν και είναι πρωτεύουσα της επαρχίας του Ανατολικού Αζερμπαϊτζάν. Βρίσκεται βορειοδυτικά, κοντά στη λίμνη Ούρμια. Η ονομασία της προέρχεται από τις λέξεις «ταπ ριζ», δηλαδή «ροή θερμότητας», καθώς η περιοχή περιβάλλεται από θερμές πηγές. Παρά το γεγονός πως η ευρύτερη περιοχή είναι σεισμογενής, οδηγώντας συχνά σε καταστροφή μεγάλου μέρους της πόλεως, λόγω της σημαντικής στρατηγικά θέσης της υπήρξε στη διάρκεια της ιστορίας της πρωτεύουσα ή διοικητικό κέντρο αρκετών δυναστειών. (Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ταμπρίζ | Ταμπρίζ). ↩︎
  14. Η Σεβάστεια, βρίσκεται στο κέντρο της Μικράς Ασίας. Ιστορικά ονομαζόταν Μικρή Αρμενία. Πριν την Ανταλλαγή πληθυσμών, κατοικούσαν εκεί 1.500 Χριστιανοί Ορθόδοξοι που διατηρούσαν σχολείο και εκκλησία. Υπήρχε επίσης και ανεπτυγμένη αρμενική κοινότητα. Απόγονοι των προσφύγων από την Σεβάστεια, Έλληνες εγκαταστάθηκαν και ζουν στο χωριό Σαβαστειανά στον Ν.Πέλλας και στο χωριό Βατερό Κοζάνης. (Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Σεβάστεια | Σεβάστεια). ↩︎
  15. Η ακολουθία του «Ακαθίστου Ύμνου», είναι μια από τις ωραιότερες της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, το δε κοντάκιο της ακολουθίας «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ» θεωρείται ως ειδολογική τελειότητα και ποιητική αποκορύφωση του είδους. Εντυπωσιάζει η καθαρότητα της γλώσσας, σε μια εποχή, κατά την οποία οι λόγιοι, στοχεύοντας ν’ αναστήσουν την αρχαία αττική διάλεκτο, χρησιμοποιούσαν επίπλαστους αρχαϊσμούς, προσωπικής απόχρωσης τις περισσότερες φορές. Ο χρόνος συγγραφής του παραμένει άγνωστος, αποδίδεται στον Ρωμανό τον Μελωδό (491-518), αλλά και στον πατριάρχη Σέργιο ή τον Γεώργιο Πισίδη, οι οποίοι ήταν σύγχρονοι των γεγονότων. Σύμφωνα με την γνωστότερη εκδοχή, ψάλθηκε για πρώτη φορά στον Ναό της Θεοτόκου στις Βλαχερνές, και ονομάσθηκε Ακάθιστος Ύμνος διότι «ορθοστάδης» όλος ο λαός έψαλλε κατά την νύκτα στην αγρυπνία. Έκτοτε η ακολουθία του Ακαθίστου ψάλλεται τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ειδικά την Παρασκευή της Πέμπτης Εβδομάδος των Νηστειών ψάλλεται ολόκληρη, ως ένδειξη και έκφραση ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας στην Προστάτιδα των Χριστιανών και Μητέρα του Θεού, τότε και τώρα και πάντα. Πέρα, όμως, από τον σημαντικό ρόλο της ακολουθίας αυτής στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, υπάρχει και μια άλλη διάσταση, την οποία δεν μπορούμε ν’ αντιπαρέλθουμε, χωρίς μια ελάχιστη αναφορά. Οι Χαιρετισμοί της Παναγίας είναι πρωταρχική μορφή επικοινωνίας των Χριστιανών με την Θεοτόκο. Διαβάζονται καθημερινά από τους πιστούς, είτε σαν κεντρικό τμήμα στην Ακολουθία του Μικρού Απόδειπνου, είτε σαν κανόνας, είτε σαν προσωπική μορφή λατρευτικής επικοινωνίας, μέσω της οποίας ο αγωνιζόμενος άνθρωπος εκφράζει την ευχαριστία του, την δοξολογία του, την αγάπη του προς την κοινή Μητέρα και Προστάτη των Χριστιανών. Και όσα έπραξε τότε για την σωτηρία της Πόλεως της, τα πράττει και τώρα, σε μεγαλύτερη ή μικρότερη κλίμακα, για την σωτηρία του καθενός μας. (Πηγή: https://www.impantokratoros.gr/E9F38534.el.aspx | Ηράκλειος ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας). ↩︎
  16. Η Κτησιφών ήταν πόλη στην καρδιά της αρχαίας Βαβυλωνίας η οποία ιδρύθηκε κατά την ελληνιστική εποχή, ήταν για μια ολόκληρη χιλιετία η διάσημη πρωτεύουσα του Παρθικού βασιλείου των Αρσακιδών και της Περσικής Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών. Μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Μεσοποταμίας κτισμένη στην αριστερή όχθη του ποταμού Τίγρη απέναντι από την επί Τίγρη Σελεύκεια και 35 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Βαγδάτης, τα ερείπια της βρίσκονται σήμερα στο Ιρακινό κυβερνείο της Βαγδάτης. (Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κτησιφών_(πόλη) | Κτησιφών (πόλη)). ↩︎
  17. Η Νινευή ή Νινευί ήταν αρχαία πόλη, που έγινε πρωτεύουσα της αρχαίας Ασσυρίας, επί βασιλείας του Σενναχειρείμ. Η θέση της προσδιορίζεται κοντά στη σημερινή Μοσούλη, στον Τίγρη ποταμό, στο σημερινό βόρειο Ιράκ. Η πόλη αυτή κατεστράφη μετά την πτώση της στους Βαβυλωνίους. Η βιβλιοθήκη του τελευταίου βασιλιά των Ασσυρίων Σαρδανάπαλου (7ος αιώνας π.Χ.) βρέθηκε εκεί και στην πόλη βρήκαν πλούσια διακόσμηση από ανάγλυφα με σκηνές θρησκευτικές, κυνηγετικές και στρατιωτικές. Στα ελληνιστικά χρόνια ιδρύθηκε στην πόλη βιβλιοθήκη και οι Ασσύριοι μορφώθηκαν από το ελληνικό πνεύμα. (Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Νινευή | Νινευή). ↩︎
  18. Από τα εννέα παιδιά που απέκτησαν, τα τέσσερα πέθαναν σε νηπιακή ηλικία ενώ οι δύο μεγαλύτεροι γιοί του γεννήθηκαν καχεκτικοί. (Πηγή: Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022). ↩︎
  19. Είναι χαρακτηριστικό ότι άρχισε ξαφνικά να φοβάται το νερό ώστε κατά την επιστροφή του να κατασκευαστεί ειδική γέφυρα για να περάσει από την Ιέρεια της Μικράς Ασίας στην Κωνσταντινούπολη. (Πηγή: Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022). ↩︎
Ένα ποίημα για τον Μέγα Αλέξανδρο της Ρωμανίας, Ηράκλειο
Ο ακρίτας της Αδριατικής – «Εστίν ουν Ελλάς» και ο Αυλών …στη σκλαβωμένη Βόρειο Ήπειρο (Βιβλιοπαρουσίαση)

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published / Required fields are marked *