Η Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (Ροτόντα) που χτίστηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. μαζί με απομεινάρια της Αρχαίας ρωμαϊκής πόλης Σερδικής (Πηγή: brazilgreece.com)
Η Θράκη είναι αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνισμού δια μέσου των αιώνων. Η αρχαία Θράκη εκτεινόταν από το Αιγαίο ως το Δούναβη και από τον Εύξεινο Πόντο έως τα όρια της Μακεδονίας. Ως πρώτοι κάτοικοί της φέρονται διάφορα Ελληνικά (Πελασγικά) φύλα όπως Ήδωνες, Δίοι, Οδρύσαι, Κίκονες, Γέτες κ.α. τα οποία αποτέλεσαν έναν από τους αρχαιότερους λαούς της Ευρώπης. Τον 7ο αιώνα π.Χ. οι Έλληνες αποίκισαν το Αιγαίο, τον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο Πόντο. Στα παράλια της Θρακικής γης ιδρύθηκαν και άκμασαν σημαντικές ιωνικές αποικίες: Μαρώνεια, Άβδηρα, Βυζάντιο, Αγχίαλος, Απολλωνία, Μεσημβρία, Οδησσός.
Στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, ουκ ολίγες φορές, μας γεννάται το ερώτημα: «γιατί δεν υπάρχει ένας άξιος ηγέτης, ένας εθνάρχης, με όλα τα ανάλογα προσόντα, να αναδείξει, να αναστήσει και πάλι την Ελλάδα μας;»
Ταυτόχρονα, ένα φοβερό- οικτρό φαινόμενο, λαμβάνει χώρα στην Πατρίδα μας. Δεν είναι άλλο από το φαινόμενο των εκτρώσεων. Σύμφωνα με τα συστημικά μέσα μαζικής ενημέρωσης πραγματοποιούνται 300.000 αμβλώσεις στην Ελλάδα κάθε χρόνο, κατά τη διάρκεια των οποίων δολοφονούνται, ως ανεπιθύμητα, βρέφη- άνθρωποι χωρίς να έχουν προλάβει να δουν το φως του ήλιου.
Ο Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος θεωρείται ο «Πρώτος Μακεδονομάχος», αφού είναι ο πρώτος που διέσωσε την Ελληνικότητα της Μακεδονίας από την βουλγαροσλαβική απειλή.
Ο Άγιος Νικηφόρος Φωκάς γεννήθηκε στην Καππαδοκία, ως γιός του Βάρδα Φωκά[1] το 919. Το 955, διορίσθηκε δομέστικος[2] της Ανατολής από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο[3]. Ο Νικηφόρος είχε νυμφευθεί σε νεαρή ηλικία τη Στεφανώ, με την οποία απέκτησε ένα αγόρι, τον Βάρδα Φωκά. Μητέρα και γιος όμως πέθαναν νωρίς.
Ο Μαυρίκιος Τιβέριος γεννήθηκε στην Αραβησσό της Καππαδοκίας το 539. Ήταν γιός του Έλληνα συγκλητικού Παύλου. Κατετάχθη στον στρατό της Ρωμανίας και ανήλθε στις υψηλές θέσεις της ιεραρχίας, σε σημείο ώστε να χρισθεί διάδοχος του αυτοκράτορα Τιβερίου Β΄ Κωνσταντίνου.
Ο Αλέξανδρος Παπάγος γεννήθηκε στην Αθήνα, με καταγωγή από τις Κυδωνιές (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας στις 9 Δεκεμβρίου 1883. Ήταν το τρίτο από τα τέσσερα παιδιά του στρατιωτικού Λεωνίδα Παπάγου και της Μαρίας Αβέρωφ. Σπούδασε στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη συνέχεια στη στρατιωτική σχολή των Βρυξελλών του Βελγίου και μετεκπαιδεύτηκε στη Σχολή Ιππικού του Ύπρ. Στις 15 Ιουλίου 1906 γύρισε στην Ελλάδα και κατατάχθηκε στον Ελληνικό στρατό ως ανθυπίλαρχος.
Ο Εθνάρχης, αισυμνήτης[1] και «άγιος» της πολιτικής Ιωάννης Καποδίστριας αποτελεί το πρότυπο του πολιτικού της μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Ελλάδας.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε 31 Ιανουαρίου 1776 (π.ημ.) /10 Φεβρουαρίου 1777 στη Κέρκυρα και ήταν το έκτο από τα δέκα παιδιά του Αντωνίου – Μαρία Καποδίστρια και της Αδαμαντίας Γονέμη, από αριστοκρατική οικογένεια της Λεμεσού της Κύπρου. Στα 1795 – 1797 σπούδασε Ιατρική, Νομική και Φιλοσοφία στον Πανεπιστήμιο της Πάντοβας και το 1809, πήγε στην Ρωσία, όπου έγινε υπουργός Εξωτερικών.
Η απόφαση να θυσιασθεί κάποιος για το Έθνος – να γίνει δηλαδή Εθνομάρτυρας – δεν είναι καθόλου εύκολη. Απαιτεί πολύ καλή πνευματική κατάσταση, προκειμένου να μην προδώσει τα ιδανικά του και, χάριν αυτών, να είναι αποφασισμένος να θυσιάσει τα πάντα. Υπήρξαν περιπτώσεις Εθνομαρτύρων, που θυσιάστηκαν, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους άλλους Έλληνες. Πολλές φορές, και το μαρτύριό τους φάνταζε τόσο σκληρό, τόσο αδιαπέραστο, ώστε να μην έχουν οι άλλοι το σθένος να τους συμπαρασταθούν. Γι’ αυτό, στάθηκαν μόνοι τους, εμπρός στον θάνατο. Παρ΄ όλα αυτά, κατόρθωσαν με την βοήθεια του Θεού να πέσουν ηρωικά.
Το παρακάτω ποίημα αφορά μία τέτοια περίπτωση Εθνομάρτυρος. Δεν αναφέρεται το όνομά του, ο χρόνος και ο ακριβής τόπος, όπου βρέθηκε, καθώς δεν έχουν και σημασία εμπρός στο μήνυμα, που το ποίημα αυτό φέρει.
Ο Νίκος Καπετανίδης γεννήθηκε το 1889 στη Ριζούντα του Πόντου και σπούδασε στο περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας[1], από το οποίο αποφοίτησε το 1905. Εργάστηκε στην τράπεζα των αδελφών Φωστηρόπουλων ενώ ταυτόχρονα ασχολούταν και με τη δημοσιογραφία.
Στα βόρεια, της Φλώρινας και σε απόσταση τριάντα χιλιομέτρων βρίσκεται το Μοναστήρι. Η μητρόπολη της μεγάλης περιοχής της Πελαγονίας, με κωμοπόλεις και χωριά προπύργια άλλοτε του ελληνισμού.
Το Μοναστήρι, πρωτεύουσα του ομώνυμου Βιλαετίου στα χρόνια της Οθωμανικής κατάκτησης και δεύτερο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Μακεδονίας μετά τη Θεσσαλονίκη, έχει να επιδείξει σημαντική πολιτισμική δράση κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών του 19ου αιώνα και κυρίως στα πρώτα χρόνια του 20ού αι. μέχρι το τέλος των Βαλκανικών πολέμων το 1913, όταν επιδικάστηκε στη Σερβία, μένοντας έξω από τα ελληνικά σύνορα.