Ο Θεμιστοκλής της Πάφου, Ελευθέριος Χανδρινός [1937 – † 27 Ιουλίου 1994]

Ευαγγελία Κ. Λάππα,
29 Μαΐου 2024

Τον Ελευθέριο Χανδρινό θα μπορούσαμε να τον αποκαλέσουμε «Θεμιστοκλή της Πάφου», διότι μεγαλούργησε στην Πάφο και στην συνέχεια διώχθηκε από τα μεταπολιτευτικά καθεστώτα του Κωνσταντίνου Καραμανλή και των «απογόνων» του, όπως και ο μεγάλος Σαλαμινομάχος Θεμιστοκλής από την αρχαία Αθήνα.

Ο Ελευθέριος Χανδρινός γεννήθηκε στην Κομοτηνή στις 18 Σεπτεμβρίου 1937, με καταγωγή από την Κέρκυρα και ήταν το δεύτερο παιδί του Κωνσταντίνου Χανδρινού και της Μαρίας Δραζίνου. Τα πρώτα του χρόνια τα έζησε στην Κέρκυρα. Κατόπιν, το 1951, η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα, στην οδό Πάφου, όπου ο Χανδρινός τελείωσε την βασική Εκπαίδευση. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1954, ο Χανδρινός εισήχθη στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, απ’ όπου απεφοίτησε με το βαθμό του Μάχιμου Σημαιοφόρου στις 29 Σεπτεμβρίου 1958. Η αποφοίτησή του τον βρίσκει στην ΔΠΑ (Διοίκηση Πλοίων Αποβάσεως). Τον ίδιο χρόνο, συμμετείχε στους ιστιοπλοϊκούς αγώνες του Ναυτικού Ομίλου Πειραιώς, στους οποίους ανεδείχθη νικητής[1].

Στις 28 Απριλίου 1963 νυμφεύθηκε την Αμαλία Γαβριήλ, με την οποία απέκτησε δύο κόρες.

(Πηγή: Chronica Historica Χρήστος Σ.)


Η σταδιοδρομία του στο Πολεμικό Ναυτικό

Υπηρέτησε σε πολλά πλοία του Πολεμικού Ναυτικού κι εκπαιδεύτηκε στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο στις ΗΠΑ το 1967. Την περίοδο 1969 – 1973, υπηρέτησε στην 353 Μοίρα Ναυτικής Συνεργασίας πετώντας με αεροσκάφη SHU-16B. Παραλλήλως, έφθασε στον βαθμό του Πλωτάρχη.

Στις 29 Μαΐου 1973, το όνομα του Χανδρινού, εν αγνοία του ίδιου, βρέθηκε γραμμένο στον κατάλογο των συμμετεχόντων στο «Κίνημα του Ναυτικού»[2]. Την ίδια ημέρα, ο Χανδρινός βρισκόταν ως Αεροναυτίλος που θα μετέφερε τον Αρχηγό Ναυτικού Κωνσταντίνο Μαργαρίτη στην Σούδα της Κρήτης. Ο συνάδελφός του, Υποπλοίαρχος Γεώργιος Κέτσης, φοβούμενος ότι ο Χανδρινός ανήκε στο «κίνημα», χωρίς να έχει υπηρεσία ο ίδιος στο συγκεκριμένο αεροσκάφος, ζήτησε να τον αντικαταστάσει. Ο Χανδρινός αρνήθηκε να αντικατασταθεί και ο Κέτσης τον ανάγκασε σε αντικατάσταση με την απειλή του υπηρεσιακού του όπλου κολλώντας το, στον κρόταφό του. Την επόμενη ημέρα και εξαιτίας των δύο παραπάνω γεγονότων, ο Χανδρινός υπέβαλε αναφορά παραπόνων στον Διοικητή της 353 Μ.Ν.Α.Σ.[3] αλλά και στο Αρχηγείο Ναυτικού, ζητώντας ακρόαση από τον Αρχηγό Ναυτικού Κωνσταντίνο Μαργαρίτη. Τελικώς, μετά από ενέργειες, το όνομα του Χανδρινού, αφηρέθη από τον κατάλογο των στασιαστών.

Στις 31 Αυγούστου 1973, έγινε Κυβερνήτης του Αρματαγωγού του Πολεμικού Ναυτικού ΛΕΣΒΟΣ L-172 [4].

Στις 2 Ιουλίου 1974, απεστάλη μια επιστολή – τελεσίγραφο στον τότε Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Φαίδωνα Γκιζίκη, από τον Πρόεδρο και Αρχιεπίσκοπο της Κύπρου Μακάριο[5], ο οποίος ζητούσε την απόσυρση όλων των Ελλαδιτών αξιωματικών από την Εθνική Φρουρά[6].

Στην πραγματικότητα, το τελεσίγραφο του Μακαρίου προς τον Γκιζίκη ήταν προσχεδιασμένο. Τον Μάιο του 1974, είχε πραγματοποιηθεί μια μυστική συνάντηση στην οικία του εκδότου της εφημερίδος «Ελευθερία», Πάνου Κόκκα, στο προάστιο Μάρνη των Παρισίων, όπου παρευρέθηκαν ο τότε, αυτοεξόριστος στο Παρίσι, Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρυ Κίσσινγκερ και ο τότε Πρωθυπουργός της Τουρκίας Ετσεβίτ[7]. Εκεί, δρομολογώντας τις αποφάσεις της Λέσχης Μπίλντενμπεργκ (Μάιος 1973) και του Σεμιναρίου της Ρώμης (15 – 23 Νοεμβρίου 1973)[8], αποφασίστηκε η πρόκληση τεχνητής κρίσεως στην Κύπρο, η οποία θα είχε ως επακόλουθο την διχοτόμηση της νήσου, την ανατροπή του καθεστώτος της 25ης Νοεμβρίου[9] και την επάνοδο των παλαιοπολιτικών στην Ελλάδα. Σε αυτό το σχέδιο ήταν μυημένος ο Μακάριος από τον διπλωμάτη Χρήστο Βωβίδη[10].

Εκείνες τις ημέρες και συγκεκριμένα στις 13 Ιουλίου 1974, ο Χανδρινός, ως Κυβερνήτης του Αρματαγωγού ΛΕΣΒΟΣ L-172, απέπλευσε από το λιμάνι των Κεχριών της Κορίνθου με προορισμό την Πάφο, όπου θα μετέφερε 450 αντικαταστάτες αλλά και προμήθειες για την ΕΛ.ΔΥ.Κ. (Ελληνική Δύναμη Κύπρου) στην Κύπρο.

(Πηγή: Α/Γ ΛΕΣΒΟΣ L-172)

Στις 15 Ιουλίου 1974, ο Γκιζίκης[11], παρακινούμενος από τον Ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη[12] και τον Αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγόριο Μπονάνο και παρά την αντίθετη άποψη των Αμερικανών[13], διενέργησε πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου μέσω της Εθνικής Φρουράς[14]. Ο Μακάριος, όμως, υπό μυστηριώδεις συνθήκες, φυγαδεύτηκε στην Πάφο[15].

Ο Πλωτάρχης Ελευθέριος Χανδρινός, ενώ είχε μάθει για το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, από το ραδιόφωνο, απεφάσισε την συνέχιση του πλου για την ολοκλήρωση της αποστολής του και ενημέρωσε σχετικώς το Αρχηγείο Ναυτικού, το οποίο ενέκρινε τις προθέσεις του[16].

Τελικώς, στις 19 Ιουλίου 1974, το Αρματαγωγό ΛΕΣΒΟΣ L-172 απεβίβασε στην Αμμόχωστο την αποστολή της ΕΛΔΥΚ, παρέλαβε την αποστολή των απολυομένων της ΕΛΔΥΚ -δυνάμεως 450 ανδρών- και έβαλε πλώρη προς την Ελλάδα.

Την ίδια ημέρα, ο Μακάριος, σε συμφωνία με τον Υπουργό Εξωτερικών της Βρετανίας Τζέιμς Κάλλαχαν, στην ομιλία του στον ΟΗΕ απεκάλεσε την Ελλάδα επτά φορές ως «εισβολέα» και κάλεσε τους Τούρκους να εισβάλουν στην Κύπρο[17].


Αττίλας Ι και το έπος του Α/Γ ΛΕΣΒΟΣ

Στις 20 Ιουλίου 1974, παρ’ όλη την έντονη αγγλική στρατιωτική παρουσία πέριξ της Νήσου[18], τουρκική νηοπομπή παρεβίασε τα χωρικά ύδατα της Κύπρου, στην οποία εκηρύχθη γενική επιστράτευση. Σχετικώς με την στάση που τήρησε η τότε Ελληνική ηγεσία απέναντι στην τουρκική εισβολή, η Κύπρια ιστορική ερευνήτρια Φανούλα Αργυρού, βασισμένη σε αμερικανικά αρχεία, γράφει:

«Ο Σίσκο (σ.σ. Υπουργός Εθνικής Αμύνης των ΗΠΑ Τζόζεφ Σίσκο), με την επιστροφή του από την Άγκυρα στην Αθήνα, μαζί με τον Αμερικανό Πρέσβη στην Αθήνα Χένρυ Τάσκα, πήγαν στο Ελληνικό Υπ. Άμυνας, όπου παρευρέθηκαν σε συνεδρία Συμβουλίου Πολέμου και έδωσαν αυστηρές προειδοποιήσεις εναντίον οποιασδήποτε ενέργειας, προσπαθώντας να συγκρατήσουν (όπως έκανε και ο Βρετανός Πρέσβης στην Αθήνα Σερ Ρόπιν Χούπερ) τη χουντική κυβέρνηση από το να αντιδράσει στην τουρκική εισβολή»[19].

Ακούγοντας την κήρυξη του πολέμου από το ραδιόφωνο, ο Χανδρινός έπλευσε πάλι προς την Κύπρο. Παράλληλα, ενημέρωσε τον επικεφαλής της αποστολής Αντισυνταγματάρχη Παναγιώτη Σταυρουλόπουλο ότι επιστρέφει στην Κύπρο, όπου θα αποβιβασθεί η δύναμη των επιβαινόντων 450 παλαιών και εμπείρων στρατιωτών, που είχε παραλάβει την προηγούμενη ημέρα. Στις 2 το μεσημέρι, το Α/Γ ΛΕΣΒΟΣ, έχοντας αγκυροβολήσει στην Πάφο, άρχισε την αποβίβαση των οπλιτών, χρησιμοποιώντας τρεις από τις τέσσερις αποβατικές ακάτους (ΑΒ/ΑΚ) που διέθετε το πλοίο, παρέχοντας απρόσμενη ενίσχυση στην Κύπρο.

Μετά από μισή ώρα περίπου, και ενώ συνεχιζόταν η απόβαση, ο Διοικητής Εθνοφρουράς Πάφου ενημέρωσε τον Χανδρινό ότι ισχυρή δύναμη ενόπλων τμημάτων από Τουρκοκυπρίους της τουρκικής οργανώσεως Τ. Μ. Τ. [20] είχε καταλάβει την οχυρωματική θέση ΜΟΥΤΑΛΟΣ στην Πάφο και περίμενε ενισχύσεις από την Τουρκία, με σκοπό να καταλάβει όλη την περιοχή.

Ο πλωτάρχης Ελευθέριος Χανδρινός, γνωρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν έχει εμπλακεί σε πόλεμο με την Τουρκία, και χωρίς να έχει διαταγές από την Αθήνα, απεφάσισε να χρησιμοποιήσει τα πυροβόλα του «ΛΕΣΒΟΣ». Βομβάρδισε με 900 βλήματα περίπου την θέση ΜΟΥΤΤΑΛΟΣ και την ισοπέδωσε, αποδεκατίζοντας τους Τούρκους «υπερασπιστές» της, οι οποίοι πρόλαβαν να ενημερώσουν τις τουρκικές δυνάμεις εισβολής ότι δέχθηκαν επίθεση από νηοπομπή έντεκα ελληνικών πλοίων.

Οι Τούρκοι, πανικόβλητοι από την αναπάντεχη αυτή εξέλιξη, έστειλαν στην περιοχή εναντίον την υποτιθέμενης νηοπομπής 3 αντιτορπιλικά (το ΚΟΤΖΑΤΕΠΕ, το ΑΝΤΑΤΕΠΕ και το ΤΣΑΚΜΑΚ) και 28 αεροπλάνα[21] τα οποία, απόντος του ΛΕΣΒΟΣ, επεδόθησαν σε εμφύλια αεροναυμαχία, διότι τα αεροπλάνα εξέλαβαν τα πλοία ως Ελληνικά, θεωρώντας ότι είχαν υψώσει παραπλανητικά τουρκικές σημαίες και τους επετέθησαν, ενώ και τα πλοία ανταπέδωσαν τα πυρά. Το αποτέλεσμα ήταν να βυθισθεί αύτανδρο το ΚΟΤΖΑΤΕΠΕ, να καταστραφεί ολοσχερώς το ΑΝΤΑΤΕΠΕ και το ΤΣΑΚΜΑΚ να υποστεί ζημιές και να τεθεί οριστικά εκτός πολέμου. Έντεκα αεροπλάνα κατερρίφθησαν και σκοτώθηκαν συνολικά 600 Τούρκοι.

Το πλήρωμα του Α/Γ. ΛΕΣΒΟΣ εναλλάξ με τμήμα στρατιωτών της ΕΛ.ΔΥ.Κ. κατά την διάρκεια του κανονιοβολισμού του Τουρκοκυπριακού θύλακα του Μούτταλου στην Πάφο το μεσημέρι τις 20ης Ιουλίου 1974. (Αρχείο Οικ. Ελευθερίου Χανδρινού)


Ο Χανδρινός, ακολουθώντας επί έξι ώρες νότια πορεία και εν συνεχεία δυτική, είχε ήδη βάλει πλώρη για την Σητεία της Κρήτης, όπου έφθασε στις 14:50 της 22ης Ιουλίου. Στις 22:20 απέπλευσε από την Σητεία προς το Ναύσταθμο, όπου έφθασε στις 21:00 της 23ης Ιουλίου, με σώο και αβλαβές το πλήρωμα του Αρματαγωγού[22].

Οι Τούρκοι δεν έστερξαν τον εξευτελισμό που τους προξένησε ο Χανδρινός και γι΄ αυτό τον λόγο, τον επεκήρυξαν μυστικώς.

Εν τω μεταξύ, στις 21 Ιουλίου 1974, συνεκλήθη Πολεμικό Συμβούλιο του καθεστώτος, όπου ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδος Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος έδωσε εντολή στην ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων για προσβολή του τουρκικού στόλου με δύο Υποβρύχια και έξι Phantoms την επομένη ημέρα. Κατόπιν εντολής των ΗΠΑ[23], όμως, ο τότε αρχηγός της Αεροπορίας Αλέξανδρος Παπανικολάου δεν έδωσε διαταγή να  απογειωθούν τα Phantoms και ο τότε Αρχηγός ΓΕΝ Πέτρος Αραπάκης[24] έδωσε διαταγή στα υποβρύχια ΓΛΑΥΚΟΣ και ΝΗΡΕΥΣ, τα οποία βρίσκονταν μεταξύ της Ρόδου και της Κύπρου, καθώς και το οχηματαγωγό «Ρέθυμνο» να επιστρέψουν στην Ρόδο[25].

Στις 23 Ιουλίου 1974, στην Ελλάδα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Φαίδων Γκιζίκης και οι Αρχηγοί των Επιτελείων κατήργησαν τον Ιωαννίδη, με σκοπό να καλέσουν τους παλαιοπολιτικούς. Ο Ιωαννίδης δεν αντέδρασε καθόλου[26] και εξαφανίστηκε, παρότι σύμφωνα με τον ίδιο τον Αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων Μπονάνο: «του ήτο εύκολον με ένα νεύμα του μόνον, να μας ενταφιάση στον περίβολον του Αρχηγείου» [27].

Επακολούθησαν διαβουλεύσεις με τους παλαιοπολιτικούς, στις οποίες κάποιοι μεθοδικώς ηργάζοντο για την επάνοδο του Καραμανλή. Τον κυριότερο ρόλο τον έπαιξε ο Ευάγγελος Αβέρωφ, για τον οποίο ο Μπονάνος γράφει σχετικώς:

«Περί την 7ην εσπερινήν επανήλθε στο γραφείον του Γκιζίκη ο Αβέρωφ. Ενωρίτερα, επικαλεσθείς κάποιαν αδιαθεσίαν από το στομάχι του, είχε αποσυρθή εις κάποιον άλλο γραφείον, αναπαυόμενος. Τουλάχιστον έτσι είπε. Με επλησίασε και μου είπε: «Μα γιατί ταλαιπωρείσθε; Δεν φέρνετε τον Καραμανλή να λύση αμέσως την κατάστασιν;» [28]

Επίσης, χάρη στον παρασκηνιακό ρόλο του Αρχηγού Ναυτικού Πέτρου Αραπάκη[29], του Διοικητή της ΚΥΠ Σταθόπουλου, του Διοικητού Γ’ Σώματος Στρατού Ιωάννου Ντάβου[30], του πρεσβευτή των ΗΠΑ Χένρυ Τάσκα[31] και του Στρατιωτικού Ακολούθου της Αμερικανικής Πρεσβείας Αντισυνταγματάρχη Μάρντερ[32], ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεψε στην Ελλάδα και ορκίστηκε Πρωθυπουργός στις 4 τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου 1974. Η ορκωμοσία του τελευταίου έγινε ενώπιον του Φαίδωνος Γκιζίκη[33].

Οι Τούρκοι κατείχαν στην Κύπρο, την πόλη της Κυρηνείας και ορισμένα σημεία ανατολικά της, στην περιοχή Αγίου Γεωργίου, που είχε αποτελέσει και το αρχικό προγεφύρωμα της εισβολής τους. Οι ηρωικές μάχες της Εθνικής Φρουράς και της ΕΛ.ΔΥ.Κ., είχαν εξασφαλίσει τον έλεγχο του Πενταδάκτυλου, την αποτροπή διευρύνσεως του μικρού προγεφυρώματος και την εξάλειψη σχεδόν όλων των τουρκοκυπριακών «θυλάκων» πού από το 1964, και έπειτα ήλεγχαν το 12% της νήσου.

Στις 25 Ιουλίου 1974 άρχισαν στην Γενεύη οι εργασίες της Τριμερούς Διασκέψεως για την Κύπρο με εκπρόσωπο της Ελλάδος τον νέο Αντιπρόεδρο και Υπουργό Εξωτερικών, Γεώργιο Μαύρο[34]. Τήν ίδια ώρα, οι Τούρκοι παραβίαζαν την κατάπαυση του πυρός και απεβίβαζαν δυνάμεις στην Κύπρο, χωρίς καμία αντίδραση της Ελλάδος. Στις 26 Ιουλίου 1974, η Ελλάδα απεδέχθη την «Διακήρυξη της Γενεύης», η οποία διεκήρυττε ότι οι τουρκικές δυνάμεις εισβολής θα παρέμεναν κατέχοντας όσο έδαφος είχαν κατακτήσει, υποχρέωνε τήν Εθνική Φρουρά να αποχωρήσει αμέσως απ’ όλους τούς τουρκοκυπριακούς «θυλάκους» που είχε καταλάβει και δημιουργούσε «ζώνη ασφαλείας» πού ουσιαστικά αποτελούσε γραμμή διχοτομήσεως της Κύπρου.

Αυτό είχε ως επακόλουθο, τις επόμενες ημέρες οι Τούρκοι, παραβιάζοντας συνεχώς την εκεχειρία, να επεκτείνουν σταδιακώς την κατοχή της Κύπρου από το 4% στο 12%. Στις 27 Ιουλίου 1974, η Ελληνική Κυβέρνηση Καραμανλή, αντί άλλης αντίδρασης, έδωσε εντολή για σταδιακή αποστράτευση.


Αττίλας ΙΙ (Σύντομη Ανασκόπηση)

Στις 14 Αυγούστου 1974, η Τουρκία εξαπέλυσε δεύτερη εισβολή στην Κύπρο. Στην Ελλάδα συνεκλήθη Πολεμικό Συμβούλιο, στο οποίο αποφασίστηκε η μη αντίδραση της Ελληνικής ηγεσίας απέναντι στην Τουρκική εισβολή, καθώς ο Καραμανλής δήλωσε το κατάπτυστο «Η Κύπρος κείται μακράν». Την επομένη ημέρα, ο τελευταίος απηύθυνε διάγγελμα προς τον Ελληνικό λαό, από ραδιοφώνου και τηλεοράσεως, λέγοντας μεταξύ άλλων:

«Διά τήν Ελλάδα ετέθη άμεσον και μέγα δίλημμα: πρέπει να αντιδράση με βίαν εις την βίαν; Με δολιότητα εις τήν δολιότητα; Πρέπει να προσφύγη και εκείνη εις τον νόμον της ζούγκλας[35];… Η ένοπλος αντιμετώπισις των Τούρκων εις τήν Κύπρον καθίσταται αδύνατος και λόγω αποστάσεως και λόγω των γνωστών τετελεσμένων γεγονότων. Και δεν ήτο δυνατόν να επιχειρηθή χωρίς τον κίνδυνον εξασθενήσεως της αμύνης της Ελλάδος.»!

Όλα αυτά αποτελούσαν προφάσεις. Την περίοδο 1968 – 1973 είχε επιτευχθεί αεροναυτική υπεροπλία της Ελλάδος στο Αιγαίο και την Κύπρο[36]. Δεν ήταν λοιπόν μακριά η Κύπρος για τα υπερσύγχρονα PHANTOMS, τις Πυραυλακάτους και τα Υποβρύχια πού μόλις είχαν αγορασθεί, όταν ήταν κοντά για τις Τριήρεις του Κίμωνος το 450 π. Χ..

Τα υποβρύχια Γλαύκος ΙΙΙ, Νηρεύς ΙΙ, Πρωτεύς ΙΙ και Τρίτων ΙΙ ήταν τα πρώτα παγκοσμίως συμβατικά υποβρύχια τύπου 209/1100 (Πηγή: Greek National Pride)


Ποιος, όμως, ήταν ο λόγος που ο Καραμανλής προέβη σε τέτοιες δηλώσεις; Η ιστορική ερευνήτρια Φανούλα Αργυρού αποκαλύπτει:

«Ερευνώντας, όμως, τα βρετανικά και αμερικανικά επίσημα έγγραφα, για να προβεί ο Κ. Καραμανλής στη δήλωση εκείνη προηγήθηκαν τα εξής: Στις 14 Αυγούστου 1974, σε συνεδρία στην πρωθυπουργική κατοικία, οι Βρετανοί πήραν την τελική απόφαση ότι θα άφηναν τους Τούρκους να προχωρήσουν δίχως να κάνουν τίποτα. Ο Χάρολτ Γουίλσον (Βρετ. Πρωθυπουργός) ήταν της άποψης ότι ούτε η βρετανική κυβέρνηση, ούτε τα Ηνωμένα Έθνη έπρεπε να εμπλακούν στρατιωτικώς με την Τουρκία. Την ίδια στάση κράτησε και ο Αμερικανός Υπ. Εξωτερικών «Δρ» Χένρυ Κίσσιγκερ (ο οποίος ακολουθούσε τη βρετανική πολιτική και όχι αντιστρόφως). Την ίδια μέρα, ο Κ. Καραμανλής ζήτησε από τους Βρετανούς κάλυψη να στείλει αεροπορικώς από την Κρήτη ενίσχυση της Εθνικής Φρουράς μια δύναμη 10.000 ανδρών στην Κύπρο, όμως η απάντηση ήταν αρνητική από τον Τζέιμς Κάλλαχαν (Βρετανό Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας).

Από αμερικανικό δε έγγραφο ημερομηνία 15 Αυγούστου 1974, βρήκα ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κίσσιγκερ, ο Κάλλαχαν του είπε για το ελληνικό αίτημα μέσω Μαύρου και την απόρριψή του. Όμως πρόσθεσε και τούτο: “Του έστειλα (του Μαύρου) μήνυμα ότι, δεν μπορεί να γίνει για πολλούς λόγους, που εξήγησα. Ένας λόγος που ενδιαφέρει είναι ότι όταν είδα τον Μακάριο το πρωί, τον ρώτησα ποια ήταν η άποψή του, αν μας εζητείτο να κάνουμε κάτι τέτοιο και μου είπε, μα τι θα έκαναν τα στρατεύματα αν πήγαιναν εκεί; Έτσι ήμουν στη θέση να δώσω οδηγίες στον πρέσβη μας (στην Αθήνα) ότι ο Μακάριος δεν έβλεπε λόγο για κάτι τέτοιο. Έτσι νομίζω μπορούμε να θεωρούμε το θέμα αυτό νεκρό”….[37]

Έτσι φθάσαμε να ακουστεί το περιβόητο του Κ. Καραμανλή “Η Κύπρος κείται μακράν”, με τη διαφορά, σύμφωνα με τον Τζέιμς Κάλλαχαν, γι’ αυτό συμφωνούσε και ο ίδιος ο Μακάριος!» [38]

Στις 20 Αυγούστου 1974, μετά την λήξη των επιχειρήσεων στην Κύπρο, με την Τουρκία να κατέχει το 38% της νήσου, άρχισε σταδιακώς η αντικατάσταση των Αξιωματικών που υπηρετούσαν στην Κύπρο την περίοδο του πολέμου, διαδικασία που ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 1974. Οι αξιωματικοί, που τους αντικατέστησαν, διετάχθησαν από τον τότε Αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδος Στρατηγό Διονύσιο Αρμπούζη να συντάξουν νέες εκθέσεις πολεμικής δράσεως για τους αξιωματικούς, που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων εισβολέων και να τις υποβάλλουν στο Αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων εντός έντεκα ημερών. Βάσει της διαταγής αυτής, οι εκθέσεις που είχαν ήδη συνταχθεί προηγουμένως, έπρεπε να υποβληθούν στο Αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων και όσες από αυτές είχαν καταχωρηθεί στα Ατομικά έγγραφα των Αξιωματικών, να διαγραφούν[39].

Σχετικά με την στάση αυτών των αξιωματικών απέναντι στους ηρωικούς πολεμιστές, ο Νικόλαος Αργυρόπουλος γράφει:

«Πολλοί από τους αξιωματικούς που ήλθαν στις Μονάδες της Ε.Φ. (σ.σ. Εθνικής Φρουράς), μετά την λήξη του πολέμου, επέδειξαν αρκετά σκληρή συμπεριφορά εις βάρος των εξ Ελλάδος οπλιτών, οι οποίοι δεν είχαν ακόμα συνέλθει από την φρίκη του πολέμου. Για ασήμαντη αφορμή, επέβαλαν βαριές ποινές φυλακίσεως (π.χ. 20ήμερος αυστηρά φυλάκισις, επειδή συνελήφθη εκτός στρατοπέδου φέρων πολιτικήν περιβολήν), γνωρίζοντας ότι μετά την λήξη της θητείας τους, ΔΕΝ θα απολυθούν, αλλά θα συνεχίσουν να υπηρετούν για όσο διάστημα διαρκούν οι επιβληθείσες ποινές. Δεν αρκούσε, δηλαδή, ο πόλεμος και η εξ αυτού του λόγου εξάμηνη παράτασις της εικοσιτετράμηνης θητείας, έπρεπε να υπηρετήσουν και τις ημέρες φυλακίσεως, οι οποίες συχνά είχαν διψήφιο αριθμό, που υπερέβαινε τον μήνα».[40]

Ορισμένοι γονείς των εξ Ελλάδος οπλιτών, ζήτησαν εγγράφως από τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης της Ελλάδος Ευάγγελο Αβέρωφ – Τοσίτσα, να χαρίσει τις ποινές των τέκνων τους, χρησιμοποιώντας το προνόμιο που είχε εκ του Νόμου[41], αλλά η αίτησή τους απερρίφθη[42].

Οι ένοχοι της κυπριακής τραγωδίας ουδέποτε εδιώχθησαν. Στις 8 Μαρτίου 1975, ο τότε Υπουργός Αμύνης της Ελλάδος Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας ανέστειλε την έναρξη της ποινικής διώξεως των στρατιωτικών υπευθύνων της τραγωδίας της Κύπρου, με την πρόφαση της «ενδεχόμενης διαταράξεως των διεθνών σχέσεων του κράτους»! Παράλληλα, ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης της Ελλάδος Κωνσταντίνος Στεφανάκης[43] ανέστειλε την έναρξη ποινικής διώξεως των πολιτικών υπευθύνων, με την ίδια πρόφαση[44]. Παραλλήλως, οι πρωταίτιοι της προδοσίας της Κύπρου έλαβαν βαθμούς αποστρατείας και συντάξεις ακόμη και τίτλο «Επιτίμου Αρχηγού»[45].

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο Χανδρινός συνέχισε την σταδιοδρομία του.


Το «ατύχημα» και το μαρτυρικό τέλος

Τον Φεβρουάριο του 1982, αν και ήταν επικηρυγμένος από τους Τούρκους, του επροτάθη να μετατεθεί ως Ναυτικός Ακόλουθος της Ελληνικής Πρεσβείας στην Άγκυρα, αλλά εκείνος αρνήθηκε.

Στις 24 Απριλίου 1982, προήχθη σε Πλοίαρχο. Κάθε φορά, όμως, που κρινόταν για προαγωγή, διαπίστωνε ότι από τον προσωπικό του φάκελο εξαφανίζονταν έγγραφα που σχετίζονταν με την δράση του «ΛΕΣΒΟΣ» στην Κύπρο[46].

Από τις 4 Μαΐου 1982 έως τις 10 Μαΐου 1983, υπηρέτησε ως Κυβερνήτης του Εκπαιδευτικού Πλοίου (ΕΚΠ)/ Π. ΆΡΗΣ.

Στις 5 Απριλίου 1984, τελικώς, ο Ελευθέριος Χανδρινός απεστάλη σκοπίμως και επιβεβλημένως πια, ως Ναυτικός Ακόλουθος στην Άγκυρα, μετά από διαταγή του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Αμύνης Αντωνίου Δροσογιάννη, του Πρωθυπουργού και Υπουργού Εθνικής Αμύνης Ανδρέα Παπανδρέου καθώς και του Αρχηγού Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (ΓΕΝ), Αντιναυάρχου ΠΝ (Πολεμικού Ναυτικού) Νικολάου Παππά[47].

Πριν αναχωρήσει για την Άγκυρα, ανέλαβε την μεταφορά – ρυμούλκηση του θωρηκτού ΑΒΕΡΩΦ από τον Πόρο, όπου ήταν ελλιμενισμένο για έτη, στο Ναυπηγείο Σκαραμαγκά του Πειραιά, για δεξαμενισμό και συντήρηση, όπως και έγινε.

Στις 28 Ιανουαρίου 1986, ενώ βρισκόταν στην Άγκυρα, ως Ναυτικός Ακόλουθος, απεστρατεύθη εν αγνοία του με τον βαθμό του Αρχιπλοίαρχου, με την αιτιολογία ότι εκρίθη ανεπιθύμητος ως Διοικητής στην ειρήνη και στον πόλεμο[48]. Στις 4 Μαρτίου 1986, ενώ είχε περιέλθει σε γνώση του η αποστρατεία του, ανεκλήθη στην ενέργεια. Στις 13 Μαρτίου 1986, ετέθη σε αποστρατεία για δεύτερη φορά, με το βαθμό του Αρχιπλοιάρχου. Στις 11 Απριλίου 1986, ο Χανδρινός ευρισκόμενος στην Άγκυρα, οργισμένος λόγω της πρόωρης αποστρατείας του, απέστειλε αίτηση επανάκρισης, συνοδευόμενη με αναφορά – απάντηση στην αιτιολογία του ότι ήταν ανεπιθύμητος ως Διοικητής[49]. Στις 15 Απριλίου 1986, απεστάλη η αναφορά με το επίσημο έγγραφο από την Ελληνική Πρεσβεία της Άγκυρας[50].

Τον Μάιο του 1986, ο Χανδρινός εκλήθη για υπηρεσιακούς λόγους στην Αθήνα και του ζητήθηκε να έλθει οδικώς με το αυτοκίνητό του. Στις 17 Μαΐου 1986, όμως, όταν, μετά την ολοκλήρωση της αποστολής του, επέστρεφε στην Άγκυρα οδικώς, λίγο πιο έξω από την Κομοτηνή, ένα φορτηγό έπεσε επάνω στο αυτοκίνητό του και το έριξε σε έναν γκρεμό, με αποτέλεσμα ο Χανδρινός να τραυματισθεί βαριά. Το αξιοπερίεργο είναι ότι το φορτηγό που προκάλεσε το ατύχημα, πέρασε από το τελωνείο της Ελλάδος προς την Τουρκία[51].

Διακομίστηκε στο Νοσοκομείο της Κομοτηνής για νοσηλεία, αλλά η κατάστασή του ήταν τόσο κρίσιμη, που το ιατρικό προσωπικό του νοσοκομείου δεν ήξερε πώς να τον χειριστεί. Το επίσης αξιοπερίεργο ήταν ότι, ενώ έπρεπε να διακομιστεί στο 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, δεν υπήρχε ένα διαθέσιμο ελικόπτερο για να τον μεταφέρει εκεί. Τελικώς, διακομίστηκε εκεί, σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση, λόγω της καθυστερημένης διακομιδής.

Το τελευταίο αξιοπρόσεκτο γεγονός είναι πως την επόμενη μέρα, η Τουρκική Πρεσβεία έστειλε στον επικηρυγμένο Χανδρινό ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα με ευχές για γρήγορη ανάρρωση[52].

Ο κίνδυνος να μείνει παράλυτος, αφού ο δωδέκατος θωρακικός σπόνδυλος είχε σπάσει, ήταν ορατός και λόγω της κατάστασής του και της βλάβης των πνευμόνων, δεν μπορούσε να εγχειρισθεί αμέσως. Ο ορθοπεδικός Βασίλης Θεοδώρου, που εστάλη από το ΓΕΝ, είπε στην σύζυγο του Χανδρινού, Αμαλία, ότι δεν πρέπει να μετακινηθεί από εκεί και πως πρέπει να χειρουργηθεί και μάλιστα από αυτόν, διαφορετικά δεν έχει ελπίδα να ζήσει. Η σύζυγος του Χανδρινού αρνήθηκε και αποφάσισε την διακομιδή του ασθενούς στην Δυτική Γερμανία και συγκεκριμένα στην Φρανκφούρτη.

Ο Χανδρινός, μόλις εισήχθη στο Νοσοκομείο της Φρανκφούρτης, μπήκε αμέσως στην εντατική και χειρουργήθηκε την επόμενη εβδομάδα. Η εγχείρηση ολοκληρώθηκε με απόλυτη επιτυχία, αλλά οι γιατροί διατήρησαν επιφυλάξεις για το αν θα μπορούσε στο μέλλον ο Χανδρινός να περπατήσει.

Στον θάλαμο της εντατικής, όμως, υπήρχε μια γιατρός από τα Σκόπια, η οποία παρείχε στον Χανδρινό φάρμακα, που όσο κρατούσε η επήρειά τους, τον έκαναν να παραλογίζεται. Με παρέμβαση της συζύγου του, ο Χανδρινός μεταφέρθηκε στο θάλαμο του τμήματος ενός Έλληνος γιατρού. Εκεί, όμως, ένας Ινδός γιατρός τον κούραζε με αχρείαστες αλλά και επώδυνες για τον οργανισμό του ιατρικές εξετάσεις. Με παρέμβαση, όμως, της συζύγου του Χανδρινού, ο Ινδός δεν τον ενόχλησε πάλι.

Ύστερα, από αυτές τις εξελίξεις, η υγεία του Χανδρινού βελτιώθηκε ραγδαίως, σε σημείο που μπορούσε να κουνήσει και τα δάκτυλα των ποδιών του.

Στις 6 Νοεμβρίου 1986, ενώ βρισκόταν ακόμη στην Γερμανία, ανεκλήθη στην ενεργό υπηρεσία.

Στις 4 Δεκεμβρίου 1986, ο Έλληνας Ναυτικός Ακόλουθος στην Γερμανία, Νικόλαος Θεμελίδης, ειδοποίησε τον Ελευθέριο Χανδρινό και την σύζυγό του ότι κατόπιν διαταγής του ΓΕΝ, θα έπρεπε να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να συνεχιστεί η θεραπεία στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών. Την επόμενη ημέρα, όμως, φθάνοντας στο Αεροδρόμιο του Ελληνικού, τους περίμενε εκ μέρους του ΓΕΝ ο Αρχιπλοίαρχος Τιμόθεος Μασούρας, ο οποίος τους μετέφερε στο σπίτι τους για να συνεχίσουν μόνοι τους την θεραπεία.

Στις 6 Μαρτίου 1987, ο Χανδρινός προήχθη σε Υποναύαρχο, ενώ ετέθη πάλι σε αποστρατεία στις 29 Απριλίου 1987. Το τελευταίο γεγονός, που συνέβη σε περίοδο που εμφάνιζε βελτίωση της αναπηρίας, τον κατέβαλε.

Στις 28 Ιουνίου 1987, το ΓΕΝ του απέστειλε έγγραφο, με το οποίο του γνώριζε «ως ευδοκίμως τερματίσαντα την σταδιοδρομία του», κρινόμενο με προαγωγές Αρχιπλοιάρχων Μαχίμων. Στις 22 Ιουλίου 1987, ο Χανδρινός απέστειλε εκ νέου αίτηση επανάκρισης, στην οποία το ΓΕΝ απήντησε αρνητικά στις 16 Νοεμβρίου 1987. Στις 16 Οκτωβρίου 1991, κατόπιν προσφυγής του Ελευθερίου Χανδρινού στο Συμβούλιο Επικρατείας και με απόφαση που εξεδόθη υπέρ αυτού, το ΓΕΝ ακύρωσε την προηγούμενη προαγωγή και την προηγούμενη αποστρατεία ως Υποναυάρχου, ενώ τον προήγαγε εκ νέου σε Υποναύαρχο και ταυτόχρονα τον απεστράτευσε για τέταρτη φορά με το βαθμό του Υποναυάρχου. Στις 26 Μαρτίου 1992, κατόπιν νέας προσφυγής του Ελευθερίου Χανδρινού στο Συμβούλιο Επικρατείας και με απόφαση που εξεδόθη υπέρ αυτού, το ΓΕΝ ακύρωσε την προηγούμενη προαγωγή και την προηγούμενη αποστρατεία ως Υποναυάρχου, ενώ τον προήγαγε εκ νέου σε Υποναύαρχο και ταυτόχρονα τον απεστράτευσε για πέμπτη και τελευταία φορά με το βαθμό του Αντιναυάρχου. Ωστόσο, ο Χανδρινός παρέμεινε οικονομικώς στο βαθμό του Υποναυάρχου και γι αυτό τον λόγο κατέφυγε για τρίτη φορά στο Συμβούλιο Επικρατείας, το οποίο τον δικαίωσε με την θετική του απόφαση, που απέρριψε, όμως, το ΓΕΝ. Το 1993, κατέφυγε στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, με του οποίου εντολή και του τότε Υπουργού Οικονομικών, δικαιώθηκε.


Στις αρχές Ιουλίου 1994, έπαθε εγκεφαλικό και μεταφέρθηκε στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών. Εκεί, συνήλθε αλλά έπεσε σε κώμα. Η ιατρική εξέταση έδειξε ότι είχε χαθεί από το αίμα κάποιο στοιχείο, του οποίου η έλλειψη προκαλούσε αιμορραγία. Αποφασίστηκε να γίνει τεχνητή έκχυση του στοιχείου, όπως και έγινε επιτυχώς αλλά το στοιχείο εχάθη ανεξήγητα από το αίμα. Η σύζυγος του Χανδρινού, Αμαλία, ζήτησε από τους γιατρούς να κάνουν ιατρικό συμβούλιο, κάτι που απέρριψε ο Διευθυντής του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών, με την πρόφαση ότι ο Χανδρινός ήταν απόστρατος και συνεπώς δεν το εδικαιούτο. Η Αμαλία επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Αρχηγό ΓΕΝ και, αφού του εξήγησε τι συνέβη, τον παρεκάλεσε να επαναφέρει τον Χανδρινό στην ενεργό υπηρεσία, ώστε να πραγματοποιηθεί το ιατρικό συμβούλιο. Ο Αρχηγός ΓΕΝ αρνήθηκε να το πράξει. Τελικώς, όταν ο Χανδρινός βρισκόταν πλέον σε καταστολή, οι γιατροί αποφάσισαν να κάνουν ένα υποτυπώδες ιατρικό συμβούλιο.

Στις 27 Ιουλίου 1994, όμως, ο Ελευθέριος Χανδρινός απεβίωσε. Άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία μόλις 57 ετών.

Στις 09 Νοεμβρίου 2019 πραγματοποιήθηκε στη νήσο Κέρκυρα, η τελετή αποκαλυπτηρίων της προτομής του Αντιναυάρχου ε. α. Ελευθερίου Χανδρινού ΠΝ, παρουσία του Αρχηγού ΓΕΝ Αντιναυάρχου Νικόλαου Τσούνη ΠΝ. (Πηγή: Πολεμικό Ναυτικό)


Πηγές

  1. Αραπάκη Πέτρου, Το τέλος της σιωπής, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2000.
  2. Αργυροπούλου Νικολάου, οι Ένοχοι, Εκδόσεις περιοδικού «Ενδοχώρα».
  3. Αργυρού Φανούλας – «Και ο Μακάριος συμφωνούσε με το «Η Κύπρος κείται μακράν». – Εφημερίδα Η Σημερινή της Κυριακής | https://simerini.sigmalive.com/article/2014/3/25/kai-o-makarios-sumphonouse-me-to-e-kupros-keitai-makran/
  4. Αργυρού Φανούλας – Βαθιές οι μαρτυρίες της συνωμοσίας της Βρετανίας – Εφημερίδα Σημερινή της Κυριακής  | https://simerini.sigmalive.com/article/2022/7/25/bathies-oi-marturies-tes-sunomosias-tes-bretanias/
  5. Αργυρού Φανούλας – Τα γεγονότα του μαύρου καλοκαιριού του 74′ μέσα από βρετανικά και αμερικανικά έγγραφα – Εφημερίδα Η Σημερινή της Κυριακής | https://simerini.sigmalive.com/article/2023/7/24/ta-gegonota-tou-maurou-kalokairiou-tou-74-mesa-apo-bretanika-kai-amerikanika-eggraphab9f0b6c0-74db-4e69-9de8-54750a11d556/
  6. Αργυρού Φανούλας, Top Secret, η Βρετανική κηδεμόνευση του Κυπριακού… Πως φθάσαμε στο σχέδιο «Ανάν»…, Εκδόσεις Γερμανός, Θεσσαλονίκη 2004.
  7. Βασιλεύς Κωνσταντίνος, Χωρίς τίτλο, τόμος Γ΄, Εκδόσεις Το Βήμα, 2015.
  8. Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια του Νεώτερου Ελληνισμού 1830 – 2010, Αρχεία Ελληνικής Βιογραφίας, Γ’ τόμος, Π – Ω, Εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2011.
  9. Ελευθέριος Χανδρινός – Α/Τ ΛΕΣΒΟΣ (L – 172), 20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974, 40 χρόνια, Αθήνα 2014.
  10. Γρηγοριάδη Σόλωνος, Ιστορία της Δικτατορίας, τόμος τρίτος, Εκδόσεις Καπόπουλος, Αθήναι 1975.
  11. Δημητριάδη Κωνσταντίνου, Κύπρος 1974, η μεγάλη προδοσία, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2017, Δ’ έκδοση πλήρης (Α’ έκδοση: 2011, Β’ έκδοση: 2012, Γ’ έκδοση: 2015 (εμπλουτισμένη), Ειδική Έκδοση: 2016 (εφ. «Δημοκρατία»))
  12. Ελευθέριος Χανδρινός: Ο ήρωας που έσωσε την Πάφο κι έβαλε τους Τούρκους να αλληλοσκοτωθούν | https://www.geostratigika.gr/ellinotourkika/eleftherios-chandrinos-o-iroas-pou-esose-tin-pafo-ki-evale-tous-tourkous-na-alliloskotothoun/
  13. Ιγνατίου Μιχάλη, Το Σεμινάριο της Ρώμης, Εκδόσεις «Ποντίκι», Αθήνα 1989.
  14. Λεωνίδου Φ. Λεωνίδου, Μακαρίου απομυθοποίηση, ιδιωτική έκδοση, Λονδίνο 2023, 3η έκδοση (1η έκδοση: 2021, 2η έκδοση: 2021)
  15. Μπονάνου Γρηγορίου, Η Αλήθεια, ιδιωτική έκδοσις, Αθήναι 1987
  16. Μυλωνά – Γρεβενιώτη Νικόλα, Ελευθέριος Χανδρινός, πορεία τιμής και τιμωρίας, Εκδόσεις Αρχύτας, Αθήνα 2019
  17. Χανδρινού Αμαλίας, Ιούλιος 1974, Πορεία τιμής και τιμωρίας, Σεπτέμβριος 2016.
  18. Χατζηδάκη Μάνου Ν., Ανοίγουμε το φάκελο της Κύπρου 1950 – 1974, τόμος Β’, πως φτάσαμε στον Αττίλα, 1968 – 1974, Η τελευταία ευκαιρία και η προδοσία, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2017.
  19. Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αποκαλύπτουμε την “Αντίσταση” 1967-1973, Από τους “νεοαντιστασιακούς” στη “γενιά” του Πολυτεχνείου, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2017.
  20. Χατζηδάκη Μάνου Ν., Τα «ΟΧΙ» του Γεωργίου Παπαδόπουλου, Ξενοκίνητη δικτατορία ή εθνικό καθεστώς;, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα Ιούλιος 2018.

[1] Μυλωνά – Γρεβενιώτη Νικόλα, Ελευθέριος Χανδρινός, πορεία τιμής και τιμωρίας, Εκδόσεις Αρχύτας, Αθήνα 2019, σελ. 18.

[2] Το κίνημα του Ναυτικού ήταν μια απόπειρα κινήματος 56 αξιωματικών του Ναυτικού, με την συνέργεια ορισμένων πολιτικών και με αίτημα την επιστροφή του Βασιλέως, ο οποίος είχε εθελουσίως εγκαταλείψει την Ελλάδα από τον Δεκέμβριο του 1967. Το σχέδιο ενεργείας τους εν συνόψει περιελάμβανε τα εξής:

Στις 23 Μαΐου 1973, οι μυημένοι Κυβερνήτες θα εισήρχοντο στον Ναύσταθμο και θα κατελάμβαναν τα Αντιτορπιλικά ΑΣΠΙΣ, ΣΦΕΝΔΟΝΗ, ΘΥΕΛΛΑ, ΝΑΥΑΡΙΝΟΝ, ΒΕΛΟΣ, ΠΑΝΘΗΡ και ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ. Θα κινούνταν με αυτά να καταλάβουν το νησί της Σύρου, απ’ όπου θα έστελναν προς τον Πρωθυπουργό τελεσίγραφο – διακήρυξη, το οποίο ταυτοχρόνως θα διαβίβαζαν στα ξένα πρακτορεία ειδήσεων και την Πρεσβεία των ΗΠΑ. Θα έδιδαν προθεσμία λήξεως του τελεσιγράφου και μία ώρα πριν την λήξη θα έκαναν επίδειξη δυνάμεως με κατάπλου των μονάδων στον Σαρωνικό. Αν τυχόν οι όροι τους δεν γίνονταν αποδεκτοί, θα προέβαιναν σε αποκλεισμό των λιμανιών Πειραιώς και Θεσσαλονίκης και κατάληψη και άλλων νησιών. Κατόπιν, θα απέκλειαν το Αεροδρόμιο Ελληνικού με απειλή βομβαρδισμού του και μπορεί να βομβάρδιζαν τα Καμμένα Βούρλα. Επίσης, θα απειλούσαν με βομβαρδισμό ενός Διυλιστηρίου ή Ηλεκτρικού Σταθμού, ή του Πειραιώς.

Η Ελληνική Κυβέρνηση, όντας ενήμερη για τα σχέδιά τους, τους έπεισε να ματαιώσουν από μόνοι τους το κίνημα, που ήταν προγραμματισμένο να εκδηλωθεί στις 21 με 22 Μαΐου 1973. Πολλοί μυημένοι, όμως, δεν έμαθαν για την ματαίωση του κινήματος και ενώ πήγαιναν στο Ναύσταθμο να καταλάβουν τα Αντιτορπιλικά σύμφωνα με το σχέδιο, εκεί συνελήφθησαν αστραπιαίως από άνδρες των ΛΟΚ και της ΕΣΑ (Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας). Το κίνημα το είχε υιοθετήσει και εγκρίνει ο αυτεξόριστος στην Ρώμη Βασιλεύς Κωνσταντίνος, γεγονός που οδήγησε, μετά την καταστολή του κινήματος, στην κατάργηση του βασιλικού θεσμού. Οι επίδοξοι στασιαστές αμνηστεύθηκαν δύο μήνες μετά. (Πηγή: Χατζηδάκη Μάνου, Αποκαλύπτουμε την “Αντίσταση” 1967-1973, Από τους “νεοαντιστασιακούς” στη “γενιά” του Πολυτεχνείου, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2017, σελ. 50-51, 57-61). Τα σχόλια επαφίενται στον αναγνώστη…

[3] Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Χανδρινός στην αναφορά του έγραφε μεταξύ άλλων, καταρρίπτοντας τις εις βάρος του συκοφαντίες: «Είναι αληθές και ουδείς δύναται να το αμφισβητήσει ότι ουδέποτε ανεμίχθην εις ανατρεπτικάς ενεργείας εναντίον ουδενός. Κατόπιν αυτού, η αντικατάστασίς μου εις την ειδικήν αυτήν πτήσιν μου, επροξένησεν πικρίαν και μου εδημιούργησεν την εντύπωσιν ότι δεν τυγχάνω της εμπιστοσύνης της Διοικήσεως.

Δεδομένου ότι αφ’ ενός, εις ουδένα επιτρέπω, οποιοσδήποτε και εάν είναι αυτός, να ενεργή, κατά απαράδεκτον τρόπον προς το πρόσωπόν μου, έτι περισσότερον διότι παρ’ ουδενός μοι γένοιτο κατά το παρελθόν οιαδήποτε σύστασις ή και παρατήρησις προφορική ή έγγραφος, απτομένη της εμπιστοσύνης της υπηρεσίας και αφετέρου προς άρσιν των 2 αναφερομένων λόγων, υποβάλλω την παρούσα και παρακαλώ όπως παραδοθή εις Α.Ν. ίνα κληθώ παρά της αρμοδίας υπηρεσίας ή και εφόσον κρίνεται τούτο αναγκαίον, παρά αυτού τούτου του Αρχηγού Ναυτικού ίνα μοι  επεξηγηθή πόθεν προέρχεται η έλλειψις εμπιστοσύνης δια το πρόσωπόν μου.» (Πηγή: Μυλωνά – Γρεβενιώτη Νικόλα, Ελευθέριος Χανδρινός, πορεία τιμής και τιμωρίας, Εκδόσεις Αρχύτας, Αθήνα 2019, σελ. 79 – 80 και Ελευθέριος Χανδρινός – Α/Τ ΛΕΣΒΟΣ (L – 172), 20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974, 40 χρόνια, Αθήνα 2014, σελ. 10 – 11.)

[4] Το Αρματαγωγό ΛΕΣΒΟΣ L-172 καθελκύστηκε το 1942 και ενετάχθη στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό το 1960. Το 1990 το Λέσβος παροπλίσθηκε, ενώ διελύθη και εξεποιήθη κομμάτι – κομμάτι το 1997. (Πηγή: Αργυροπούλου Νικολάου, οι Ένοχοι, Εκδόσεις περιοδικού «Ενδοχώρα», σελ. 443 – 445) Τα σχόλια επαφίενται στον αναγνώστη…

[5] Ο Μακάριος, πριν αποστείλει την επιστολή αυτή στον Γκιζίκη, είχε δείξει αντίγραφά της στον πρώην Βασιλέα των Ελλήνων Κωνσταντίνο και στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. (Πηγή: Βασιλεύς Κωνσταντίνος, Χωρίς τίτλο, τόμος Γ΄, Εκδόσεις Το Βήμα, 2015, σελ. 125 – 127)

[6] Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 1 Ιουλίου 1974, ο Μακάριος είχε φροντίσει να μειώσει την στρατιωτική θητεία από 24 σε 14 μήνες, αποδιοργανώνοντας πλήρως την Εθνική Φρουρά, καθώς θα απολύονταν όλοι όσοι είχαν συμπληρώσει 14 μήνες και θα αλλοιωνόταν η σύνθεση των Μονάδων της Εθνικής Φρουράς, οι οποίες θα αποδεκατίζονταν και θα αποδιοργανώνονταν, λόγω ελλείψεως ικανών οπλιτών για την επάνδρωση όλων των προβλεπόμενων θέσεων από τον Πίνακα Οργανώσεως και Υλικού σε κάθε στρατιωτική μονάδα, ιδίως εν καιρώ πολέμου. (Πηγή: Αργυροπούλου Νικολάου, οι Ένοχοι, Εκδόσεις περιοδικού «Ενδοχώρα», σελ. 111 – 112) Αυτά συνέβαιναν ενώ η ΚΥΠ της Κύπρου είχε πληροφορίες ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονταν για εισβολή από τον Απρίλιο του 1974! (ο. π., σελ. 110 – 111)

[7] Βλ. Χατζηδάκη Μάνου Ν., Ανοίγουμε το φάκελο της Κύπρου 1950 – 1974, τόμος Β’, πως φτάσαμε στον Αττίλα, 1968 – 1974, Η τελευταία ευκαιρία και η προδοσία, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2017, σελ. 178 – 179. Την πληροφορία αυτή την δημοσίευσε η έγκυρη βρετανική εφημερίδα Daily Telegraph στις 13 Ιουνίου 1978 και οι Times του Λονδίνου στις 4 Δεκεμβρίου 1984, χωρίς ποτέ να διαψευσθούν.

[8] Το Σεμινάριο της Ρώμης είχε ως θέμα την «διερεύνησι προοπτικών επιλύσεως του Κυπριακού Προβλήματος» και διεξήχθη κατ΄ εντολήν του ίδιου του Κίσσινγκερ από τις 19 έως τις 23 Νοεμβρίου 1973. Οργανωτής του ήταν το μυστηριώδες «Κέντρο Μεσογειακών Σπουδών», που αποτελούσε Πανεπιστημιακό οργανισμό, που κατευθυνόταν από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ και είχε ασαφείς δεσμούς με την CIA. Εκεί ουσιαστικώς, απεφασίσθη η διχοτόμηση της Κύπρου και η μη παρέμβαση των ΗΠΑ, σε περίπτωση τουρκικής εισβολής στην νήσο. Στο Σεμινάριο της Ρώμης συμμετείχε και ο Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας, ο οποίος έσπευσε στο Παρίσι για να ενημερώσει τον Καραμανλή για τις αποφάσεις. (Πηγή: Ιγνατίου Μιχάλη, Το Σεμινάριο της Ρώμης, Εκδόσεις «Ποντίκι», Αθήνα 1989.) Αξιοσημείωτο είναι ότι δύο ημέρες μετά την διεξαγωγή του Σεμιναρίου, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Γεώργιος Παπαδόπουλος και η Ελληνική Κυβέρνηση του Σπύρου Μαρκεζίνη ανετράπησαν από τον ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη, ο οποίος ήταν σε επαφή με τα κλιμάκια της CIA αλλά και της Mossad. (Πηγή: Χατζηδάκη Μάνου Ν., Τα «ΟΧΙ» του Γεωργίου Παπαδόπουλου, Ξενοκίνητη δικτατορία ή εθνικό καθεστώς;, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα Ιούλιος 2018, σελ. 170 – 172)

Ας μην ξεχνούμε ότι, τον Απρίλιο του 1973, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος είχε ξεκαθαρίσει στους Αμερικανούς ότι θα ήταν αντίθετος σε οποιαδήποτε λύση διχοτομήσεως της Κύπρου, λέγοντάς τους: «Όσο κάθομαι εγώ σε αυτήν την καρέκλα, η Κύπρος θα παραμείνη ενιαία και αδιαίρετος.» (Μαρτυρία Γεωργίου Γεωργαλά στον συγγραφέα Μάνο Ν. Χατζηδάκη. Βλ. Χατζηδάκη Μάνου Ν., Ανοίγουμε το φάκελο της Κύπρου 1950 – 1974, τόμος Β’, πως φτάσαμε στον Αττίλα, 1968 – 1974, Η τελευταία ευκαιρία και η προδοσία, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2017, σελ. 97) Το ίδιο είχε ξεκαθαρίσει στους Βρετανούς το 1971. (Αργυρού Φανούλας, Top Secret, η Βρετανική κηδεμόνευση του Κυπριακού… Πως φθάσαμε στο σχέδιο «Ανάν»…, Εκδόσεις Γερμανός, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 162) Επίσης, ήταν αντίθετος με οποιαδήποτε λύση ομοσπονδιοποιήσεως της Κύπρου. (βλ. Μαρκεζίνη Σπύρου, Αναμνήσεις 1972 – 1974, ιδιωτική έκδοσις, σελ. 25). Όσον αφορά τους στόχους της Κυβερνήσεώς του, χαρακτηριστική είναι η επίσημη Έκθεση τοῦ Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδος με ημερομηνία 26 Ιουλίου 1972, στην οποία γράφεται: «Η Ελλάς έχει καθορίσει ως σκοπόν την Ένωσιν, προσπαθούσα διά πολιτικών καί διπλωματικών ενεργειών να κερδίση χρόνον ίνα δυνηθή εις το εγγύς μέλλον να αντιμετωπίσει την Τουρκίαν δυναμικώς, εφ΄ όσον η τελευταία αυτή δεν θα συμφωνήση εις την Ένωσιν ή εις μίαν λογικήν και δικαίαν λύσιν». (Πηγή: Χαραλαμπόπουλου Χαραλάμπους, Περιμένοντας τον «Αττίλα», Αθήνα 1992, σελ. 175-176.)

[9] Καθεστώς της 25ης Νοεμβρίου: Το καθεστώς στην Ελλάδα, που επεβλήθη, μετά την ανατροπή του Προέδρου Γεωργίου Παπαδόπουλου από τον ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη. Δεν αποτελεί συνέχεια του καθεστώτος της 21ης Απριλίου, με την πρόφαση ότι ο Ιωαννίδης υπήρξε τέκνο του. Όλοι οι πρωτεργάτες της 21ης Απριλίου κάνουν τον διαχωρισμό (βλπ. Παττακού Στυλιανού, Ημέραι και Έργα, Μακαρέζου Νικολάου, Η οικονομία της Ελλάδος κ.λπ.) αλλά και οι ίδιοι οι πρωταίτιοι της 25ης Νοεμβρίου, την διαχωρίζουν από την 21η Απριλίου (βλπ. Ανδρουτσοπούλου Αδαμαντίου, Η μαρτυρία ενός Πρωθυπουργού, Μπονάνου Γρηγορίου, Η Αλήθεια, Αραπάκη Πέτρου, Το τέλος της σιωπής κ.λπ.) Το καθεστώς της 25ης Νοεμβρίου αποτελεί άρνηση της 21ης Απριλίου, της οποίας εκθεμελίωσε το έργο σε όλους τους τομείς και εδίωκε τα στελέχη της. Αλλιώς, θα έπρεπε και η δικτατορία του Παγκάλου το 1925 να θεωρείται συνέχεια του κινήματος του 1922, επειδή υπήρξε τέκνο του!

[10] Βλ. Χατζηδάκη Μάνου Ν., Ανοίγουμε το φάκελο της Κύπρου 1950 – 1974, τόμος Β’, πως φτάσαμε στον Αττίλα, 1968 – 1974, Η τελευταία ευκαιρία και η προδοσία, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2017, σελ. 178 – 179.

[11] Ο Μπονάνος γράφει σχετικώς: «Ο Γκιζίκης απλώς ήκουε. Παρέμενεν άφωνος, δεν ελάμβανε ποτέ θέσιν και ουσιαστικώς, ήτο ως να μην υπήρχε… Ο Ιωαννίδης ήθελε τον Γκιζίκην. Ήσαν συνδεδεμένοι, ο Γκιζίκης υιοθετούσε όσα αυτός ήθελε και περιορίζετο εις το να ασκή τύποις τα καθήκοντα του Αρχηγού του Κράτους». (Πηγή: Μπονάνου Γρηγορίου, Η Αλήθεια, ιδιωτική έκδοσις, Αθήναι 1987, σελ. 164)

[12] Ο Δημήτριος Ιωαννίδης, αν και πραγματικός αρχηγός του καθεστώτος, δεν ανέλαβε καμία κυβερνητική θέση αλλά κυβερνούσε από το παρασκήνιο, κινώντας αθέατος Πρόεδρο, Πρωθυπουργό και Ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων.

[13] Λεωνίδου Φ. Λεωνίδου, Μακαρίου απομυθοποίηση, ιδιωτική έκδοση, Λονδίνο 2023, 3η έκδοση (1η έκδοση: 2021, 2η έκδοση: 2021), σελ. 388.

[14] Ο Ιωαννίδης και ο Μπονάνος είχαν φροντίσει να αντικαταστήσουν τον Α/ΓΕΕΦ αντιστράτηγο Γεώργιο Ντενίση με τον Ταξίαρχο Μιχαήλ Γεωργίτση, ο οποίος εστερείτο παντελώς σθένους και ηγετικής προσωπικότητας. Στην εκδήλωση του πραξικοπήματος υποσκελίστηκε από τον Δ.Δ.Κ.Κ. Συνταγματάρχη Κομπόκη. Όταν εξεδηλώθη η τουρκική εισβολή, ο Γεωργίτσης δεν ανέπτυξε καμία πρωτοβουλία και ζητούσε απεγνωσμένα οδηγίες από το Αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδος! (Πηγή: Βλ. Χατζηδάκη Μάνου Ν., Ανοίγουμε το φάκελο της Κύπρου 1950 – 1974, τόμος Β’, πως φτάσαμε στον Αττίλα, 1968 – 1974, Η τελευταία ευκαιρία και η προδοσία, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2017, σελ. 190 – 191. και Μπονάνου Γρηγορίου, Η Αλήθεια, ιδιωτική έκδοσις, Αθήναι 1987, σελ. 247) Ο Μπονάνος γράφει: «…ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, είχεν απωλέσει τον ελέγχον της καταστάσεως και του εαυτού του». (ο. π., σελ. 273).

[15] Λεωνίδου Φ. Λεωνίδου, Μακαρίου απομυθοποίηση, ιδιωτική έκδοση, Λονδίνο 2023, 3η έκδοση (1η έκδοση: 2021, 2η έκδοση: 2021), σελ. 389 – 391.

[16] Μυλωνά – Γρεβενιώτη Νικόλα, Ελευθέριος Χανδρινός, πορεία τιμής και τιμωρίας, Εκδόσεις Αρχύτας, Αθήνα 2019 , σελ. 93.

[17] Αργυροπούλου Νικολάου, οι Ένοχοι, Εκδόσεις περιοδικού «Ενδοχώρα», σελ. 145 – 156.

[18] Η ιστορική ερευνήτρια Φανούλα Αργυρού γράφει σχετικώς: «Το αεροπλανοφόρο του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού HMS HERMES, το οποίο στα ανοικτά της Κερύνειας μετέφερε βρετανούς υπηκόους, μετά την πρώτη τουρκική εισβολή, είχε προειδοποιηθεί για επιχειρήσεις ανοικτά της Κύπρου, στις 22:15 της 16ης Ιουλίου 1974! Προτού ακόμα φθάσουν στο Λονδίνο ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο σφαγέας Ετσεβίτ… Η Χούντα ισχυριζόταν ότι υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ Λονδίνου και Άγκυρας. Η συμπαιγνία αυτή τεκμηριώθηκε πλήρως από τα ήδη αποδεσμευθέντα βρετανικά έγγραφα, στο Βρετανικό Εθνικό Αρχείο, με επισφράγισμα την επιβεβαίωση/ ομολογία τού τότε Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας, James Callaghan, στη Μεικτή Κοινοβουλευτική Επιτροπή αρχές του 1976, ότι όντως συμφώνησαν στην τουρκική εισβολή για αλλαγή του στάτους κβο, εφόσον το Σύνταγμα του 1960 είχε καταρρεύσει… Επομένως όταν η χούντα ισχυριζόταν στις 20 Ιουλίου 1974 ότι υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ Λονδίνου και Άγκυρας είχε δίκαιο, δίχως βέβαια να ελαφρύνει αυτό τη δική της θέση στα γεγονότα… Βρετανικά πλοία είχαν σχηματίσει τότε κλοιό πέριξ της Κύπρου, όχι για να σταματήσουν την τουρκική εισβολή, αλλά τουναντίον για να εμποδίσουν οποιαδήποτε ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ εις βοήθεια της Κύπρου, για να αφεθεί τότε η Τουρκία να εκτελέσει το κακούργημά της. Όπως είχαν υποσχεθεί στον Τούρκο πρωθυπουργό Μπ. Ετσεβίτ στις 17 Ιουλίου 1974 στο 10 Downing Street. Όταν του υποσχέθηκαν να εμποδίσουν ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ προς Κύπρο και ο ίδιος να μην ενοχλήσει τις βρετανικές βάσεις, υπολόγιζαν σε 48 ώρες θα κατόρθωνε τον στόχο του…» (Πηγή: Αργυρού Φανούλας – Βαθιές οι μαρτυρίες της συνωμοσίας της Βρετανίας – Εφημερίδα Σημερινή | https://simerini.sigmalive.com/article/2022/7/25/bathies-oi-marturies-tes-sunomosias-tes-bretanias/)

[19] Αργυρού Φανούλας – Τα γεγονότα του μαύρου καλοκαιριού του 74′ μέσα από βρετανικά και αμερικανικά έγγραφα – Εφημερίδα Η Σημερινή της Κυριακής | https://simerini.sigmalive.com/article/2023/7/24/ta-gegonota-tou-maurou-kalokairiou-tou-74-mesa-apo-bretanika-kai-amerikanika-eggraphab9f0b6c0-74db-4e69-9de8-54750a11d556/

[20] Η τουρκοκυπριακή οργάνωση Turk Mukavemet Teskilati (Τ.Μ.Τ.) (Τουρκική Αντιστασιακή Οργάνωση) ιδρύθηκε, κατ΄ εντολήν του Γενικού Επιτελείου της Τουρκίας, από τον Διοικητικό Υπάλληλο του Τουρκικού Προξενείου στην Λευκωσία Μουσταφά Κεμάλ Τανρίσεβντι, τον Ταγματάρχη του Τουρκικού στρατού Ισμαήλ Τάνσου και τους ηγέτες των Τουρκοκυπρίων Φαζίλ Κιουτσούκ και Ραούφ Ντενκτάς στις 15 Νοεμβρίου 1957. Ο εξοπλισμός, η διοίκηση, η οργάνωση, η εντατική εκπαίδευση, η χρηματοδότηση και η καλύψη της οργανώσεως αυτής προήρχετο εξ ολοκλήρου από την Τουρκία. Το 1974, λόγω της ανοχής του Μακαρίου, η Τ.Μ.Τ. διέθετε οκτώ συντάγματα, αποτελούμενα από είκοσι επτά Τάγματα, συνολικής δυνάμεως 13.500 άριστα εξοπλισμένων τουρκοκυπρίων ανδρών, οι οποίοι είχαν μέχρι και φορητά ρουκετοβόλα M-72 LAW αμερικανικής προελεύσεως. (Πηγές: Λεωνίδου Φ. Λεωνίδου, Μακαρίου απομυθοποίηση, ιδιωτική έκδοση, Λονδίνο 2023, 3η έκδοση (1η έκδοση: 2021, 2η έκδοση: 2021), σελ. 111 – 112. και Αργυροπούλου Νικολάου, οι Ένοχοι, Εκδόσεις περιοδικού «Ενδοχώρα», σελ. 374, 376.)

[21] 12 από την Αττάλεια, 8 από την Άγκυρα και 8 από το Εσκί Σεχίρ.

[22] Ο Ελευθέριος Χανδρινός επέλεξε αυτήν την πορεία, ώστε να αποφύγει συναντήσεις με εχθρικές και «συμμαχικές» δυνάμεις. Παρ’ όλα αυτά, στις 21 Ιουλίου, ογδόντα περίπου μίλια νοτιοδυτικώς της Πάφου, εντόπισε αμερικανική δύναμη κρούσεως, αποτελούμενη από αεροπλανοφόρο, δύο αντιτορπιλικά και ένα βοηθητικό. Δύο τρεις φορές πέρασε κοντά στο ΛΕΣΒΟΣ ένα αμερικανικό αναγνωριστικό αεροσκάφος τύπου ORION. Αυτή, όμως, η συνάντηση δεν είχε συνέπειες για το ΛΕΣΒΟΣ και το πλήρωμά του. (Πηγή: Δημητριάδη Κωνσταντίνου, Κύπρος 1974, η μεγάλη προδοσία, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2017, Δ’ έκδοση πλήρης (Α’ έκδοση: 2011, Β’ έκδοση: 2012, Γ’ έκδοση: 2015 (εμπλουτισμένη), Ειδική Έκδοση: 2016 (εφ. «Δημοκρατία»)), σελ. 255.)

[23] ο. π., σελ. 389. Για τις επαφές του Αραπάκη με τους Αμερικανούς βλ. Αραπάκη Πέτρου, Το τέλος της σιωπής, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2000, σελ. 252 – 262. Ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδος Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος γράφει χαρακτηριστικώς: «Οι Αρχηγοί των Επιτελείων δεν εξετέλεσαν τας διαταγάς της επιθέσεως, αλλά συνεμορφώθησαν προς τας εκκλήσεις των Σίσκο και Τάσκα και ιδίως του δευτέρου, μετά των οποίων ήλθον εις επαφήν διά της CIA». Ανδρουτσόπουλου Αδαμαντίου, Η μαρτυρία ενός Πρωθυπουργού, Αθήναι 1993, σελ. 330.

[24] Ο Πέτρος Αραπάκης (Καλλιθέα Αττικής 1923 – 2007) σπούδασε στην Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, από την οποία απεφοίτησε ως Σημαιοφόρος το 1944. Υπηρέτησε σε διάφορα πλοία, φτάνοντας στον βαθμό του Αντιναυάρχου τον Ιούλιο του 1973. Μετά το Κίνημα του Ναυτικού, τοποθετήθηκε ως Αρχηγός ΓΕΝ. (Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια του Νεώτερου Ελληνισμού 1830 – 2010, Αρχεία Ελληνικής Βιογραφίας, Α΄ τόμος, Α – Ι, Εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2011, σελ. 126.)

Στις 22 Νοεμβρίου 1973, ενώ ο τότε Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Γεώργιος Παπαδόπουλος και ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπύρος Μαρκεζίνης, απέρριψαν το αίτημα για χρήση των βάσεων, οι Αμερικανοί κατόπιν παραχωρήσεως του Αραπάκη χρησιμοποίησαν την βάση της Σούδας!

Ο ίδιος ο Αραπάκης με περισσό θράσος ομολογεί:

«Τον Οκτώβριο του 1973, έλαβα μέρος στο Τρίτο Διεθνές Συμπόσιο Θαλάσσιας ισχύος (3rd International Seapower Symposium), στο Νιούπορτ Ρόντ Άϊλαντ… Στις εργασίες έλαβε μέρος… και ο CNO (αρχηγός του Ναυτικού των ΗΠΑ) ναύαρχος Ζούμγουολτ, τον οποίο γνώριζα από τις επισκέψεις του στην Ελλάδα και τήν Ιταλία. Ο Ζούμγουολτ -ανεξάρτητα από τις συζητήσεις πού είχαμε στα πλαίσια του προγράμματος- ζήτησε ιδιαιτέρως να συζητήσουμε ένα σοβαρό θέμα. Ήταν φανερό ότι επρόκειτο για τη χρησιμοποίηση της βάσης της Σούδας από το αμερικανικό Ναυτικό, τον 6ο Στόλο, μετά τις πρόσφατες δηλώσεις από ελληνικής πλευράς περί του αντιθέτου. Μάς διέθεσαν μία αίθουσα για τήν συνάντηση αυτή, ο Ζούμγουολτ με τον γραμματέα του κι εγώ μόνος μου. Με διακατείχαν πολλές σκέψεις. Κυρίως με απασχόλησε η απαγορευτική απόφαση, τήν οποία είχε λάβει η ελληνική κυβέρνηση χωρίς να συμβουλευτεί οποιονδήποτε αρμόδιο, κυρίως τον αρχηγό του Ναυτικού (sic)… Το γεγονός αυτό με είχε βάλει σε σκέψεις πρωταρχικά, γιατί πίστευα ότι έπρεπε οι υφιστάμενες συμφωνίες να είναι σεβαστές, ό, τι απαιτούμε κι εμείς από τους άλλους. Το σοβαρότερο, όμως, όλων δεν είναι γνωστό, ότι δηλαδή το τεράστιο αμερικανικό οπλοστάσιο πού ήταν αποθηκευμένο στη Σούδα, βρισκόταν στα χέρια του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού… Οι σκέψεις αυτές με ώθησαν να αναλάβω τήν ευθύνη μιας ενέργειας αντίθετης προς τήν απόφαση της κυβέρνησης. Όταν άρχισε ἡ συζήτηση, ο Ζούμγουολτ μου παρουσίασε τις ανησυχίες της αμερικανικής κυβέρνησης… Αναγκάστηκα τότε να του πω ότι αδίκως ανησυχούν… Τον διαβεβαίωσα μάλιστα ότι μπορούσε να εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί την βάση της Σούδας, την οποία έπρεπε να εξοπλίσει όσο μπορούσε περισσότερο, πράγμα που έγινε». (Αραπάκη Πέτρου, Το τέλος της σιωπής, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2000, σελ. 93 – 95) Τα σχόλια επαφίενται στον αναγνώστη.

[25] Δημητριάδη Κωνσταντίνου, Κύπρος 1974, η μεγάλη προδοσία, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2017, Δ’ έκδοση πλήρης (Α’ έκδοση: 2011, Β’ έκδοση: 2012, Γ’ έκδοση: 2015 (εμπλουτισμένη), Ειδική Έκδοση: 2016 (εφ. «Δημοκρατία»)), σελ. 270 – 271, 385.

[26] Μπονάνου Γρηγορίου, Η Αλήθεια, ιδιωτική έκδοσις, Αθήναι 1987, σελ. 297.

[27] ο. π. σελ. 273.

[28] ο. π., σελ. 291.

[29] Ο Αραπάκης, ιδίως, πρέπει να ήταν σε συνεχή επαφή τόσο με τον Καραμανλή, όσο και με τον Αβέρωφ, όπως φαίνεται από διάφορα περιστατικά που αναφέρει ο Μπονάνος. (ο. π., σελ. 291, 298)

[30] Ο Μπονάνος γράφει χαρακτηριστικώς: «Ένα περίεργο δίκτυο επαφών, διασυνδέσεων, συζητήσεων και ανταλλαγής τηλεφωνημάτων, εδώ και στο εξωτερικόν, ελειτούργει γύρω μου» (ο. π., σελ. 298)

[31] ο. π., σελ. 298. Σχετικώς με τον ρόλο των Αμερικανών στην επάνοδο του Καραμανλή, ο μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης σε Ομιλία στο REX για τη Σπίθα, στις 17 Ιανουαρίου 2011, ανέφερε τα εξής: «Εγώ ο ίδιος ομολογώ ότι συνεργάστηκα για τη λύση Καραμανλή, αναγνωρίζοντας τη δύναμη της εξάρτησής μας από τους Αμερικανούς και προβαίνοντας εν γνώσει μου σε συμβιβασμό. Και επειδή οι υπεύθυνοι αξιωματούχοι των ΗΠΑ, ειδικά μετά το Πολυτεχνείο, έψαχναν και αυτοί τρόπους για να απαλλαγούν από τους στρατιωτικούς και συμφωνούσαν μαζί μου για τη λύση Καραμανλή, με κάλεσαν στην Ουάσιγκτον τον Ιούνιο του 1974 να μεσολαβήσω, προκειμένου να δεχθεί ο Καραμανλής να αναλάβει αυτόν τον ρόλο». (βλ. Αργυρού Φανούλας – «Και ο Μακάριος συμφωνούσε με το «Η Κύπρος κείται μακράν». – Εφημερίδα Η Σημερινή της Κυριακής | https://simerini.sigmalive.com/article/2014/3/25/kai-o-makarios-sumphonouse-me-to-e-kupros-keitai-makran/) Τα σχόλια επαφίενται στον αναγνώστη…

[32] Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μάρντερ είχε πει στον Μπονάνο: «Πρέπει να είσθε ικανοποιημένος διότι ήτο καιρός να γίνει αυτή η μεταβολή.» (Μπονάνου Γρηγορίου, Η Αλήθεια, ιδιωτική έκδοσις, Αθήναι 1987, σελ. 298)

[33] Στην πραγματικότητα, το επονομαζόμενο καθεστώς της Μεταπολιτεύσεως υπήρξε νομική συνέχεια του καθεστώτος της 25ης Νοεμβρίου για τους εξής λόγους: Αρχικώς, ο ίδιος ο Καραμανλής ορκίσθηκε στο Σύνταγμα του 1973 και υπέγραψε στο Φ.Ε.Κ. που ως έμβλημα είχε τον «αναγεννώμενο εκ της τέφρας του φοίνικα». Επίσης, ο Πρόεδρος της 25ης Νοεμβρίου Φαίδων Γκιζίκης συνέχισε να είναι και Πρόεδρος της Μεταπολιτεύσεως μέχρι τις 19 Δεκεμβρίου 1974. Μάλιστα, έλαβε ευχαριστήρια επιστολή του Καραμανλή για τις… «εις το Έθνος πολυτίμους πράγματι υπηρεσίας» και απελάμβανε ισοβίως συντάξεως και κρατικού αυτοκινήτου ως πρώην Πρόεδρος. Η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων του Ιωαννίδη, συνέχισε να είναι και ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων του Καραμανλή. (Μαρκεζίνη Σπύρου, Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος, Τόμος Γ’, σελ. 243 – 244, 251 – 252 και Χατζηδάκη Μάνου Ν., Κωνσταντίνος Καραμανλής, τα άγνωστα παρασκήνια  1955 – 1975, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2016)

[34] Ο Γεώργιος Μαύρος θεωρείτο διάδοχος του Γεωργίου Παπανδρέου στην Ένωση Κέντρου. Ήταν αυτός που τήν παραμονή της εισβολής δήλωνε στο Β.Β.C. ότι «αι εγγυήτριαι δυνάμεις οφείλουν να επέμβουν διά τήν αποκατάστασιν της νομιμότητος εν Κύπρω»!

[35] Στ’ αλήθεια, ένα υπερήφανο Έθνος όταν υφίσταται αναιτίως τήν βία, δεν πρέπει να προσφύγει και αυτό στην βία; Η απάντηση στην δολιότητα θα ήταν και αυτή δολιότητα;

[36] Σύμφωνα με τον Σόλωνα Γρηγοριάδη,  «κατά την επταετία 1967 – 1974, έγιναν παραγγελίες πολεμικού υλικού που χρηματοδοτήθηκαν από τον δημόσιο προϋπολογισμό, ύψους 3 δισεκατομμυρίων δολλαρίων ΗΠΑ περίπου. Οι κυριώτερες από τις παραγγελίες αυτές ήσαν:

  • 4 υποβρυχίων γερμανικής κατασκευής εκτοπίσματος 1.000 τόννων εν επιφανεία, αξίας 650 εκατ. δολλαρίων
  • 8 πυραυλακάτων γαλλικής κατασκευής εκτοπίσματος 250 τόννων αξίας 240 εκατ. δολλαρίων (οι 4 ετέθησαν σε υπηρεσία από το 1973)
  • 36 αεροπλάνων μαχητικών «Φάντομ 4» αμερικανικής κατασκευής αξίας 150 εκατ. δολλαρίων.
  • 200 μέσων αρμάτων μάχης ΑΜΧ – 30 γαλλικής κατασκευής, αξίας 125 εκατ. δολλαρίων
  • 40 αεροπλάνων μαχητικών «Μιράζ 3/F – 1», γαλλικής κατασκευής, αξίας 75 εκατ. δολλαρίων
  • 60 αεροπλάνων μαχητικών – βομβαρδιστικών «A – 7D/Κονσαίρ» και 18 μεταφορικών αεροπλάνων «C – 130» αμερικανικής κατασκευής αξίας 400 εκατ. δολλαρίων»

(Γρηγοριάδη Σόλωνος, Ιστορία της Δικτατορίας, τόμος τρίτος, Εκδόσεις Καπόπουλος, Αθήναι 1975, σελ. 322)

Ως εκ τούτου η Ελλάδα διέθετε για πρώτη φορά πλέον το 1973 – 1974 όλες τις προϋποθέσεις για να συντρίψει τον ΑΤΤΙΛΑ και να κηρύξει την Ένωση της Κύπρου με τήν Ελλάδα, να αντιμετωπίσει επιτυχώς μία ευρύτερη Ελληνοτουρκική σύρραξη και επιπλέον να «εκδικηθεί» για την Μικρασιατική καταστροφή.

[37] Το πρωτότυπο έγγραφο αναφέρει τα εξής: 15.8.1974 ώρα Αμερικής 10.43 π.μ. “…Callahan to Kissinger: So what I have done, is to send back a message to him (Μαύρου), saying that it can’t be done for a variety of reasons which I have outlined. One of the interesting ones is that when I saw Makarios this morning, I asked him what would be his view if we were asked to do such a thing and he said, but what would the troops do, if they got there. So I have been able to give our Ambassador instructions that Makarios sees no purpose in doing this. So I think we can regard that one as dead”. Βλ. Αργυρού Φανούλας – «Και ο Μακάριος συμφωνούσε με το «Η Κύπρος κείται μακράν». – Εφημερίδα Η Σημερινή της Κυριακής | https://simerini.sigmalive.com/article/2014/3/25/kai-o-makarios-sumphonouse-me-to-e-kupros-keitai-makran/

[38] Αργυρού Φανούλας – «Και ο Μακάριος συμφωνούσε με το «Η Κύπρος κείται μακράν». – Εφημερίδα Η Σημερινή της Κυριακής | https://simerini.sigmalive.com/article/2014/3/25/kai-o-makarios-sumphonouse-me-to-e-kupros-keitai-makran/

[39] Αργυροπούλου Νικολάου, οι Ένοχοι, Εκδόσεις περιοδικού «Ενδοχώρα», σελ. 264 – 265. Συντάκτης της Εκθέσεως Πολεμικής Δράσεως ενός Αξιωματικού πρέπει να είναι ο διοικητής της Μονάδος κατά την διάρκεια του πολέμου, διότι μόνον αυτός μπορεί να έχει άμεση και πλήρη γνώση και άποψη για την δράση κάθε υφισταμένου του Αξιωματικού. (ο. π., σελ. 264).

[40] ο. π., σελ. 272 – 273.

[41] Σύμφωνα με τον Νικόλαο Αργυρόπουλο, εκείνη την εποχή, ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης είχε την δυνατότητα να χαρίσει πειθαρχικές ποινές, εν όψει των Χριστουγέννων και του Πάσχα (ο. π., σελ. 273).

[42] ο. π., σελ. 273, 467.

[43] Ο Κωνσταντίνος Στεφανάκης (Χανιά 1917 – Αθήνα 1992) ήταν γιος του Γεωργίου Στεφανάκη και της Μαρίας Μητσοτάκη. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Κοινωνιολογία και οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Παρισίων. Άσκησε δικηγορία στην Αθήνα από το 1941. Το 1954, διετέλεσε πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κοινωνιολογικών μελετών. Εξελέγη βουλευτής με την Ένωση Κέντρου στις εκλογές του 1964. Το 1965, διετέλεσε Υπουργός Προεδρίας στην Κυβέρνηση Αθανασιάδη – Νόβα και Υπουργός Δικαιοσύνης στην Κυβέρνηση Στεφανοπούλου την περίοδο 1965 – 1966. Στις εκλογές του 1974, εξελέγη βουλευτής με την Νέα Δημοκρατία ενώ παραλλήλως, διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης της κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή (1974 – 1977). Την περίοδο 1978 – 1981, διετέλεσε διοικητής της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας. (Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια του Νεώτερου Ελληνισμού 1830 – 2010, Αρχεία Ελληνικής Βιογραφίας, Γ’ τόμος, Π – Ω, Εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2011, σελ. 399)

[44] ο. π., σελ. 266 – 267.

[45] ο. π., σελ. 263.

[46] Δημητριάδη Κωνσταντίνου, Κύπρος 1974, η μεγάλη προδοσία, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2017, Δ’ έκδοση πλήρης (Α’ έκδοση: 2011, Β’ έκδοση: 2012, Γ’ έκδοση: 2015 (εμπλουτισμένη), Ειδική Έκδοση: 2016 (εφ. «Δημοκρατία»)), σελ. 257.

[47] Ο Νικόλαος Παππάς ήταν μυημένος στην απόπειρα κινήματος του Ναυτικού τον Μάιο του 1973. Μετά την ματαίωση του κινήματος, εκείνος ενώ συμμετείχε ως Κυβερνήτης του Αντιτορπιλικού ΒΕΛΟΣ σε συμμαχική άσκηση του ΝΑΤΟ, απέσπασε το αντιτορπιλικό και εγκατέλειψε τα ελληνικά χωρικά ύδατα, πλέοντας προς την Ιταλία. Φθάνοντας στο Φιουμιτσίνο της Ιταλίας, εγκατέλειψε το αντιτορπιλικό στις Ιταλικές αρχές, από τις οποίες και έλαβε πολιτικό άσυλο. (Πηγή: Χατζηδάκη Μάνου, Αποκαλύπτουμε την “Αντίσταση” 1967-1973, Από τους “νεοαντιστασιακούς” στη “γενιά” του Πολυτεχνείου, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2017, σελ. 62 – 65). Στην Μεταπολίτευση, ο Νίκος Παππάς, γι αυτή του την πράξη, προεβλήθη ως πρότυπο αντιστασιακού, τοποθετήθηκε ως ΑΚΑΜ (Ακόλουθος Αμύνης) στην Αγγλία (1976 – 1979), Αρχηγός ΓΕΝ (1982 – 1986), προήχθη σε Ναύαρχο και διετέλεσε Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας (1989 – 1990).

[48] Μυλωνά – Γρεβενιώτη Νικόλα, Ελευθέριος Χανδρινός, πορεία τιμής και τιμωρίας, Εκδόσεις Αρχύτας, Αθήνα 2019, σελ. 188.

[49] ο. π., σελ. 190.

[50] ο. π., σελ. 199.

[51] Χανδρινού Αμαλίας, Ιούλιος 1974, Πορεία τιμής και τιμωρίας, Σεπτέμβριος 2016, σελ 157.

[52] Μυλωνά – Γρεβενιώτη Νικόλα, Ελευθέριος Χανδρινός, πορεία τιμής και τιμωρίας, Εκδόσεις Αρχύτας, Αθήνα 2019, σελ. 208.